Σάββατο 29 Μαΐου 2010
Τρία βίντεο.
Δευτέρα 3 Μαΐου 2010
Συγκοινωνιακές περιπτύξεις, by R.
Τα αστικά. Μεγάλη εφεύρεση. Περιμένεις, περιμένεις (ενίοτε περιμένεις κι άλλο κι ακόμη λίγο) και αυτά περνάνε προγραμματισμένα (κάπως) και ανοίγουν φσσστ τις πόρτες τους διάπλατα και εσύ στριμώχνεσαι από’ δω, τραβάς τα πόδι να μην σου το κλείσει η πόρτα από’ κει, ξεσκαλώνεις την τσάντα ανάμεσα από τα αβυσσαλέα στέρνα των αξιολάτρευτων γιαγιάδων που μπαστακώθηκαν στην είσοδο(καμιά μέρα θα πιάσω καμία και θα τη ρωτήσω «γιατί έχεις στηθεί σαν τσολιάς στα ανάκτορα μπροστά στην είσοδο, τον Ο.Α.Σ.Θ. μου μέσα;; αφού σε επτά στάσεις κατεβαίνεις!!!), σου πέφτουν τα ακουστικά απ’ το mp3, πας να τα επαναφέρεις, σου πέφτει το εισιτήριο, γυρνάς να το πιάσεις και άθελά σου σπρώχνεις τον πισινό και τον μπροστινό σου και πάει λέγοντας.
Έτσι, κάθε μέρα πας, έρχεσαι, εδώ, εκεί. Κάποιες μέρες, μέρες με νεύρα και αγανάκτηση, εύχεσαι να ζούσες σε ένα χωριό στο Νεπάλ, με μία κατσίκα (όχι, δύο είναι πολλές - μία φτάνει) και μία κότα και ο μακρινότερος προορισμός να ήταν το ρυάκι κάτω απ’ το σπίτι σου – ποιο σπίτι, δηλαδή, την καλύβα εννοώ. Ξέρεις, εκείνες οι μέρες που σε εκνευρίζουν τα πάντα, ακόμα και τα πόμολα στις πόρτες διότι δεν εφαρμόζουν πλήρως στην παλάμη σου.
Άλλες πάλι μέρες δε σε νοιάζει. Όχι, οι γριές ακόμη στην πόρτα κάθονται, απλά, εσένα δε σε νοιάζει. Είναι από εκείνες τις μέρες που χωρίς λόγο είσαι χαρούμενη. Όχι, δεν έγινε κάτι, απλά είσαι έτσι, χαρούμενη. Και δεν πειράζει η κίνηση, και δεν πειράζει η ζέστη, και το στρίμωγμα είναι τόσο μα τόσο λίγο και αμυδρό που ούτε καν νιώθεις τον μεσόκοπο κύριο να στηρίζεται πάνω στην πλάτη σου όση ώρα προσπαθεί να «χτυπήσει» το εισιτήριο. Είναι εκείνες οι μέρες που το λεωφορείο καθυστερεί μα, για κάποιο λόγο, δεν πειράζει.
Τι έλεγα, α, ναι, τα αστικά… Αναγκαίο κακό. Ταξί κάθε μέρα δε γίνεται. Και να θες, θα μείνεις χωρίς λεφτά και δε λέει. Οπότε στριμώχνεσαι κυριολεκτικά για να μην στριμωχτείς οικονομικά. Και αμάξι «δεν παίζει» με τίποτα – προς το παρόν τουλάχιστον. Στάση – εισιτήριο – ο ποπός σου πάνω στον ποπό μου. Μια μέρα λοιπόν, από αυτές που δε σε νοιάζει, τις «δεν ‘πα ν’ αργήσει μέχρι μεθαύριο το γαμημένο το λεωφορείο» μέρες, επιβιβάστηκα κι εγώ σε ένα για να πάω σπιτάκι μου – Κυριακή απόγευμα στη Θεσσαλονίκη κάποια στιγμή το Μάη.
Κλασικός πανικός. Χέρια εδώ, πόδια εκεί, σακούλες, λουλούδια (γαμώ την ανθοέκθεση γαμώ!) καλάμια ψαρέματος (!) και άλλα πολλά. Και σε μια θέση μία μαμά με δύο παιδάκια, ένα κοριτσάκι που καθόταν στην αγκαλιά της, και ένα αγοράκι που καθόταν ακριβώς απέναντι. Το κοριτσάκι ήρεμα πράγματα: αγκαλίτσες, ναζάκια και χαδάκια με τη μαμά. Το αγοράκι όμως… Έκατσε στη θέση με όλους τους πιθανούς τρόπους. Ορθόδοξα, ξέρεις, ποπουδάκι στο πάνω μέρος και ποδαράκια να κρέμονται, γονατιστός, όρθιος, ένα πόδι πάνω – ένα πόδι κάτω, μόνο χέρια πάνω, στο πλάι, διαγώνια, έπιανε τον ορθοστάτη και έκανε σαν στριπτιζέζ σε πρεμιέρα, τραβούσε με λύσσα τη μία μεριά της καρέκλας (όχι, καμάρι μου, δεν ξεκολλάει!) κλπ κλπ. Το Κάμα Σούτρα της θέσης μιλάμε! Η μαμά ήρεμη (τι να έκανε;) η αδερφούλα στο ίδιο στυλ (αγκαλίτσες, ναζάκια, μυτούλες) αλλά αυτός εκεί, ασταμάτητος.
Κάποια στιγμή – και αφού είχα αρχίσει να ζαλίζομαι κάπως, είναι η αλήθεια – ένας κύριος που καθότανε δίπλα (εδώ να σημειώσω ότι εγώ ήμουν όρθια…) έριξε ένα δολοφονικό βλέμμα στον μικρό και του είπε: «Σταμάτα πια βρε! Δεν κουράστηκες; Εδώ είναι αστικό, δεν είναι παιδική χαρά!» Σιωπή. Ο μικρός τον κοίταξε, τον ξανακοίταξε, και γύρισε να καθίσει «ορθόδοξα» στη θέση του. Και το αστικό συνέχιζε την πορεία του. Και η μαμά ήρεμη.
Λιγάκι αργότερα, ο κόσμος είχε αρχίσει να αραιώνει, ο μικρός άρχισε πάλι τα ίδια: πάνω, κάτω, δεξιά, αριστερά. Πιο έντονα και με πιο πολύ ζήλο τη φορά αυτή. Ο κύριος τον αγριοκοίταξε και του είπε: «Καλά, βλέπεις κανέναν άλλο εδώ μέσα να κάνει έτσι; Μόνο εσύ δεν κάθεσαι ήσυχα!» Και ο μικρός, με ένα βλέμμα υπεροχής και υπερηφάνειας απάντησε: «Και ‘μενα τι με νοιάζει άμα δεν κάνουν οι άλλοι; Εγώ θέλω και κάνω. Και άμα θες κάνε και εσύ!». «Κόκκαλο» εκείνος, «κόκκαλο» και εγώ, ήρεμη η μαμά. Και ο μικρός πάνω – κάτω και πάνω – κάτω.
Το αστικό προχώρησε και ο κύριος κατέβηκε σε μία στάση. Σιγά – σιγά πιάστηκε απ’ το διπλανό κάθισμα, πάτησε επίμονα το κουμπί (άνθρωποι του Θεού, με τη μία «πιάνει», δε χρειάζεται και δεύτερη) και κατέβηκε αργά τα σκαλιά. Στο πεζοδρόμιο έβαλε βιαστικά το χέρι στην τσέπη, έβγαλε ένα τσιγάρο και άρχισε να φουμάρει μέχρι που χάθηκε πίσω από κάποιο περίπτερο.
Στην επόμενη στάση κατέβηκε και η μαμά με τα παιδιά. Ο μικρός εκτινάχτηκε, όρμησε προς την πόρτα, με μία δρασκελιά προσγειώθηκε στο πεζοδρόμιο και άρχισε να τρέχει προς την άκρη του τετραγώνου. Και το λεωφορείο συνέχισε και τον έχασα από τα μάτια μου.
Κάθισα στη θέση που προηγουμένως καθόταν η μαμά και έμεινα να αναρωτιέμαι. Τι είχε πει ο μικρός; «Κι άμα θες, κάνε και εσύ.» Αλαζονικά νέος και ζωντανός απάντησε στη «σοβαρότητα» και την ωριμότητα που σου προσδίδουν οι ηλικίες που αρχίζουν από έξι. Κι άμα θες και εσύ κάνε. Κάνε. Ό,τι θες. Κάνε τώρα ή μετά. Αλλά κάνε. Μια μέρα θα μάθει και ο μικρός ότι ο «μεγάλος» θα’ θελε (αχ, πόσο θα’ θελε!) να «κάνει» αλλά ή δε μπορεί πια, ή δε θέλει. Ή ίσως ποτέ να μην έκανε. Ίσως ποτέ να μην ήθελε. Αλλά, ακόμα κι αν έκανε, τώρα πια δε θυμάται.
Με γέμισε ελπίδα το παιδάκι αυτό. Στην ηλικία του κι εγώ «έκανα». Αλλά το καλύτερο είναι ότι ακόμα «κάνω». Γιατί θέλω. Και τι πειράζει που δεν θέλουν οι άλλοι; Είναι μια όμορφη Κυριακή στη Θεσσαλονίκη κι αυτός ο ήλιος όλα τα επιτρέπει – αυτός ο Μάης φωνάζει «Κάνε!». Κάνω γιατί θέλω, γιατί το είπε και ο μικρός και εγώ τον πιστεύω – δε μπορώ να κάνω κι αλλιώς! Κάνω και δε με νοιάζει ακόμα κι αν τους ενοχλώ έτσι όπως ανήσυχα κουνιέμαι στην θέση, στην τελική, αν τόσο πολύ τσαντίζονται, ας πάρουνε ταξί…
Ευτυχώς που υπάρχει και η R. και ανανεώνεται το blog μου. Τις εικόνες τις βρήκα μετά από ψάξιμο στο google εδώ και εδώ.
Παρασκευή 23 Απριλίου 2010
We are not, by R.
We are not
Even if we stayed for a lifetime, it still would not be enough.
Never will we say that now we are ready to depart.
And yet we do.
We pack, we leave.
Separated by space we walk united in time.
In an earth that seeks to become, we somehow manage to be.
And we are together.
Under a sky that never ceases to destroy we somehow survive-
for now.
And we continue.
Do not ask me where we are-
Do not ask me where we are going.
All I know is that we go-
And that we go together.
No hand can I hold but yours that is not here.
No face can I see but yours that my sight never reaches.
No laughter do I ever hear but yours that never ceases.
And we go.
Don’t ask me where-
All I know is we are going together.
You are here and then you are not-
And yet here you are again.
As if you never leave.
And yet I may not touch you.
And then you come back and I come back
And we are indeed together.
Like a splinter in life’s wooden surface we become.
And then we are
together.
We enjoy a day in the sun;
Together
We hold no fear, no remorse.
Together
We can.
Together
We are.
And then we go again;
somewhere new, somewhere far
away.
And it seems as though the road is always stretching
And I stand on one end
And you stand on the other.
Together,
The two edges of the earth.
And we move
Separately but together.
I take a step
You take a step.
We walk.
As if we are holding hands.
Until some day we meet again.
And,
Suddenly,
it seems like never when
together
we were not.
Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2010
Focus: τεστ ηλιθιότητας
Του Νίκου Φωτάκη, από το protagon.gr
Ξέρεις ότι είσαι ηλίθιος όταν:
• Αντιμετωπίζεις ένα δημοσίευμα ενός ξένου περιοδικού για την πατρίδα σου σαν να πρόκειται για επίσημη θέση της χώρας στην οποία εκδίδεται αυτό το περιοδικό.
• Είσαι θεσμικός παράγων και κάνεις διάβημα στον πρεσβευτή ξένης χώρας να πάρει θέση για δημοσίευμα περιοδικού της χώρας του, επιδεικνύοντας παροιμιώδη περιφρόνηση για έννοιες όπως «ελευθερία του τύπου».
• Πιστεύεις ότι κάθε δημοσίευμα είναι κατευθυνόμενο από σκοτεινά κέντρα. (Αλλά κάπως έτσι εξηγείται το ότι κίτρινες ιστοσελίδες έχει γίνει εξουσία σ’ αυτήν την χώρα).
• Προσβάλλεσαι από το προϊόν της δουλειάς ενός κακόγουστου γραφίστα, αντιμετωπίζοντας μια άγαρμπη φωτοσοπιά* σαν κάτι περισσότερο από αυτό που είναι (δηλαδή «μια άγαρμπη φωτοσοπιά»).
• Κατακλύζεις με τηλεφωνήματα και email διαμαρτυρίας ζητώντας τα ρέστα από την ελληνική έκδοση ενός περιοδικού η ξένη έκδοση του οποίου φιλοξένησε μια κακόγουστη φωτοσοπιά για την χώρα σου.
• Απαντάς σε μια κακόγουστη φωτοσοπιά με ένα κύμα από ακόμη πιο κακόγουστες φωτοσοπιές, κατακλύζοντας τα ΜΜΕ της χώρας σου με σβάστικες.
• Είσαι κυβερνητικός αξιωματούχος και μπαίνεις στον κόπο να απαντήσεις στα δημοσιεύματα εντύπων ξένης χώρας με το θηριώδες επιχείρημα «ναι, αλλά και η δική σας χώρα κατέστρεψε την χώρα μας επί Κατοχής».
• Είσαι δήμαρχος και μπαίνεις στον κόπο να απαντήσεις στα δημοσιεύματα εντύπων ξένης χώρας με το θηριώδες επιχείρημα «ναι, αλλά μας χρωστάτε πολεμικές αποζημιώσεις».
• Γενικά, θεωρείς ότι το επιχείρημα «ναι, αλλά μας χρωστάτε πολεμικές αποζημιώσεις» είναι αποστομωτική απάντηση στο ερώτημα «γιατί δεν κάνετε κάτι για το έλλειμμα της χώρας σας».
• Θεωρείς ότι το επιχείρημα «ναι, αλλά εσείς κάνατε το Ολοκαύτωμα» είναι ακόμη πιο αποστομωτική απάντηση στο ερώτημα «γιατί δεν κάνετε κάτι για το έλλειμμα της χώρας σας».
• Πιστεύεις στ’ αλήθεια πως, αν μας είχαν αποδοθεί οι αποζημιώσεις που ζητάμε μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, θα είχαμε αξιοποιήσει το ποσό για να δημιουργήσουμε πλούτο και υποδομές – όπως αξιοποιήσαμε υποδειγματικά τον πακτωλό χρημάτων που ήρθε υπό μορφή επιδοτήσεων στα δημόσια ταμεία.
• Πιστεύεις ότι μπορείς στ’ αλήθεια να κερδίσεις χρόνο, αλλάζοντας το θέμα από την παρούσα και πραγματική κατάσταση της οικονομίας της χώρας σου σε οτιδήποτε άσχετο.
• Δεν καταλαβαίνεις ότι με αυτήν την συμπεριφορά το μόνο που κάνεις είναι να επιβεβαιώνεις το δημοσίευμα που τόσο σε εξόργισε. (Συγγνώμη, αλλά σου αξίζουν χειρότερα από όσα ζεις).
*Φωτοσοπιά" – επεξεργασία φωτογραφίας με το δημοφιλέστατο πρόγραμμα Photoshop. H πρακτική έχει αποκτήσει διαστάσεις επιδημίας στα χέρια αγράμματων κακόγουστων γραφιστών, εξ ου και η έκφραση «από τότε που ανακαλύφθηκε το photoshop, χάθηκε το φιλότιμο».
Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2010
Επιστροφή?
Δε νομίζω πως σταμάτησα να νιώθω οικεία στο πατρικό μου, απλά το σπίτι ΜΟΥ είναι στη Θεσσαλονίκη. Με την ακαταστασία του, τις πεταμένες εφημερίδες στο πάτωμα και το ελεγχόμενο χάος που επικρατεί.
Το σπίτι στα Τρίκαλα είναι το σπίτι που ζούσα κάποτε, με τα κόμιξ μου στιβαγμένα δίπλα στο κρεβάτι και περιοδικά όπως τα θρυλικά "ΣΑΪΝΙΑ" ανάμεσα τους, που δεν ξέρω αν κυκλοφορούν πλέον.
Το μόνο ευχάριστο με την επιστροφή, εκτός από το ότι βλέπεις συγγενείς, είναι πως θα δεις φίλους που έχεις να δεις καιρό!
Αυτό που απολαμβάνω περισσότερο από όλα είναι το ταξίδι! Λατρεύω το ταξίδι με το τρένο, γιατί γενικά λατρεύω τα τρένα. Κάθε τέτοιο ταξίδι μου χαρίζει 3 ώρες σίγουρης ανάγνωσης κάποιου περιοδικού, εφημερίδας ή βιβλίου, χωρίς τηλεόραση και pc εκεί κοντά για να με αποσπάσουν!
Στο σημερινό ταξίδι είχα για παρέα 1/4 περίπου του τελευταίου τεύχους του Αthens Review of books όπου διάβασα ένα καταπληκτικό άρθρο για τα εγκλήματα τιμής στην Τουρκία. Επίσης είχα το τελευταίο τεύχος του περιοδικού SOUL, το οποίο απλά ξεφύλισσα γρήγορα.
Τέλος, διάβασα και τις πρώτες 70 σελίδες του βιβλίου "Το εργοστάσιο των μολυβιών" της Σώτης Τριανταφύλλου, που μου φαίνεται αρκετά ενδιαφέρον, όσο και το τελευταίο της βιβλίο που έχω διαβάσει. Μου είχαν προτείνει να διαβάσω και το "Άλμπατρος" πριν χρόνια, αλλά όπως μου είπε η ίδια:"Άσε τις δικαιολογίες ότι δεν είχες χρόνο, απλά κανείς δεν διαβάζει τίποτα από ό,τι του προτείνει η μάνα του."
Μου έκανε τρομερή εντύπωση που είδα έναν κύριο να κρατάει την εφημερίδα "Εστία". Νόμιζα πως οι αναγνώστες της θα μιλούσαν με περισπωμένες και πνεύματα, αλλά δε διέκρινα κάτι τέτοιο όταν τον άκουσα.. (Μπορείτε να διαβάσετε τη στήλη Media Trip του Άρη Δημοκίδη όταν για μια εβδομάδα διάβαζε την Εστία εδώ)
Πώς να μην είναι ευχάριστο το ταξίδι όταν το τελευταίο τραγούδι που ακούς πριν μπεις στο τρένο από τον Republic είναι το παρακάτω;
Don't say you want me
Don't say you need me
Don't say you love me
It's understood
Don't say you're happy
Out there without me
I know you can't be
'cause it's no good
Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2010
"A Single Man": Εντυπώσεις και σκέψεις

Την Πέμπτη ξεκίνησε να προβάλλεται στην Ελλάδα η ταινία του Tom Ford "A Single Man". Η ταινία είναι βασισμένη στο βιβλίο του Christofer Isherwood, και παρακολουθεί μια μέρα από τη ζωή ενός καθηγητή πανεπιστημίου μετά το θάνατο του συντρόφου του.
Ήμουν περίεργος να δω την ταινία που σκηνοθέτησε κάποιος σχεδιαστής μόδας τον οποίο εκτιμώ και θαυμάζω αρκετά. Δεν ξέρω αν μπορώ να είμαι αντικειμενικός, αλλά ποιος θεατής είναι; Να τονίσω πως το κείμενο αυτό δεν είναι κριτική, αλλά κάποιες σκέψεις που προέκυψαν μετά την προβολή της ταινίας.
Η περιέργεια που είχα για να δω την ταινία γιγαντώθηκε διαβάζοντας διάφορες πολύ καλές κριτικές. Όλοι μιλούσαν για μια ταινία-έκπληξη. Πήγα σχετικά μαγκωμένος στον κινηματογράφο, καθώς όπως λέει κι ο σοφός λαός "Όπου ακούς πολλά κεράσια..".
Αποδείχτηκε πως έκανα λάθος. Η ταινία αξίζει μέχρι και την τελευταία θετική γνώμη που γράφτηκε γι'αυτήν.
Ήταν ένας καταιγισμός συναισθημάτων, εικόνων, και πολύ καλών ερμηνειών. Όλα αυτά συνοδευόταν από καταπληκτική μουσική η οποία έδενε με τις -αναμενόμενες- πανέμορφες εικόνες που δημιούργησε ο Tom Ford.
Το ντύσιμο των ηθοποιών ήταν καταπληκτικό-δε νομίζω να εκπλήσσει κάποιον αυτό. Προσεγμένο μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια, εφάμιλλο της καταπληκτικής σειράς Mad Men. Όμως δεν ήταν μόνο το ντύσιμο που έκανε τις εικόνες τόσο όμορφες. Το περιβάλλον γύρω από τους πρωταγωνιστές ήταν επίσης πολύ καλά φτιαγμένο, σχεδόν εξιδανικευμένο. Σε πλήρη αντίθεση με τον πρωταγωνιστή που κατέρρεε όσο περνούσε η ώρα.
Ουσιαστικά η ταινία στηρίζεται σε μια καταπληκτική -έως και οσκαρική- ερμηνεία του Colin Firth. Δεν ξέρω αν ο ρόλος ήταν κομμένος και ραμμένος γι'αυτόν, ή αν αυτός τον έκανε να μοιάζει έτσι, αλλά υπήρχαν στιγμές που ένιωθες πως ο Colin Firth και ο George είναι το ίδιο πρόσωπο. Ειδικά όταν "πάγωνε" ο χρόνος και η κάμερα ζούμαρε στο πρόσωπό του με τη μουσική από πίσω ήταν οι πιο εύγλωττες σκηνές της ταινίας.
Δίπλα του στέκεται η φίλη του Charlie, που την υποδύεται η Julian Moore, στην καλύτερή της ερμήνεια -όπως λένε οι ειδικοί- και δεν νομίζω πως έχουν άδικο.
Γενικά πρόκειται για μια ταινία που θα θυμάμαι. Σπαρακτική πολλές φορές, σε έκανε να νιώθεις το αδιέξοδο που βρίσκεται ο πρωταγωνιστής τόσο κοντά σου, που ανατρίχιαζες. Αυτό που πρέπει να τονίσω είναι πως παρότι στη ταινία πρωταγωνιστεί μια ομόφυλη σχέση, δεν είναι σίγουρα μια ταινία που απευθύνεται σε ειδικό κοινό. Λέγοντας ειδικό κοινό εννοώ σινεφίλ, ή "ανοιχτόμυαλούς" ανθρώπους που δεν θα τους ενοχλήσει.
Όπως λέει και ο Πάυλος Θ. Κάγιος στα Νέα:"Παρ΄ όλο που ο ήρωας της ιστορίας είναι ομοφυλόφιλος, η ταινία υπερβαίνει τα όρια του φύλου"..."Θα μπορούσε να είναι η ίδια ιστορία αν επρόκειτο για τη σύζυγο του Τζορτζ, αντί για τον σύντροφό του που είχε πεθάνει."
Σίγουρα μια ταινία που θα πρότεινα να δει κάποιος, και που θα την ξαναέβλεπα ευχάριστα.
Μπορείτε να διαβάσετε κριτικές για την ταινία εδώ: Παύλος Κάγιος, Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος, Δημήτρης Μπούρας, Νίνος-Φένεκ Μιχελίδης.
Την εικόνα τη βρήκα εδώ.
Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2010
e.e. cummings
οι ώρες ανατέλλουν σβήνοντας τ’ αστέρια και
ξημέρωσε
στο δρόμο τ’ ουρανού το φως βαδίζει σκορπώντας ποιήματα
στη γη ένα κερί
σβήνει η πόλη
ξυπνά
μ’ ένα τραγούδι στα
χείλη της με το θάνατο στα μάτια της
και ξημέρωσε
και ο κόσμος
ετοιμάζεται να δολοφονήσει όνειρα…
κοιτάζω στο δρόμο όπου δυνατοί
άντρες σκάβουν ψωμί
και βλέπω τα κτηνώδη πρόσωπα των
ανθρώπων ικανοποιημένα αποτρόπαια απελπισμένα βάναυσα ευτυχισμένα
και είναι μέρα,
στον καθρέφτη
βλέπω έναν αδύναμο
άνθρωπο
που ονειρεύεται
όνειρα
όνειρα μες στον καθρέφτη
και είναι
σούρουπο στη γη
ένα κερί ανάβει
και είναι σκοτάδι.
οι άνθρωποι είναι στα σπίτια τους
ο αδύναμος άνθρωπος είναι στο κρεβάτι του
η πόλη
κοιμάται με το θάνατο στα χείλη της μ’ ένα τραγούδι στα μάτια της
οι ώρες κατεβαίνουν
ανάβοντας τ’ αστέρια….
Μετά από τόσο καιρό αποχής από το blog και το γράψιμο, είπα να επιστρέψω με κάτι που διάβασα κατά τη διάρκεια της εξεταστικής και μου άρεσε πάρα πολύ. Κάποιος γνωστός μου είπε να διαβάσω e.e. cummings και μου πρότεινε αυτό το βιβλίο. Από τα γρήγορα ξεφυλλίσματα και τις πρόχειρες αναγνώσεις στα διαλείμματα από το βαρετό διάβασμα της εξεταστικής μου έχουν μείνει πολύ θετικές εντυπώσεις.
Το ποίημα του e.e. cummings υπάρχει στο βιβλίο 33χ3χ33 , και είναι σε μετάφραση του Χάρη Βλαβιανού. Το πρωτότυπο κείμενο μπορείτε να το διαβάσετε εδώ.
Την εικόνα τη βρήκα εδώ.