Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα The Books' Journal. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα The Books' Journal. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2017

Τραύματα της βαθιάς Αμερικής

Φίλιπ Μάγιερ
Αμερικανική Σκουριά
μτφρ: Κωνσταντίνος Ματσούκας
εκδ. Καστανιώτης, σελ. 416









Η Μπιουλ είναι μια μικρή πόλη της Πενσυλβάνια και ο τόπος στον οποίο διαδραματίζεται το πρώτο μυθιστόρημα του Φίλιπ Μάγιερ, Αμερικάνικη Σκουριά. Όπως και άλλες αντίστοιχες πόλεις, η Μπιουλ βιώνει δραματική αύξηση της ανεργίας, μετά και από το κλείσιμο του άλλοτε κραταιού τοπικού εργοστασίου χαλυβουργίας. Βρίσκεται σε παρακμή, με τους κατοίκους να μοιάζουν μοιρασμένοι «σε πολύ ηλικιωμένους και σε πολύ νέους, […], στη μέση δεν έχει απομείνει κανείς».

Οι δύο πρωταγωνιστές είναι η εξαίρεση αυτού του κανόνα. Ο Άιζακ, ένας μικρόσωμος εικοσάχρονος με λαμπρό μυαλό, έχει αναγκαστεί να παραμείνει στην πόλη και να φροντίζει τον ανάπηρο πατέρα του. Ο Πόε, πολύ καλός του φίλος, με μηδαμινό ενδιαφέρον για το σχολείο και τις σπουδές αλλά με πολύ ταλέντο στο ράγκμπι, έχει αρνηθεί τις προτάσεις για αθλητικές υποτροφίες από πανεπιστήμια. Μαζί κάνουν ένα ετερόκλητο ζευγάρι. Κάποια στιγμή ο Άιζακ αποφασίζει να κλέψει από τον πατέρα του τέσσερις χιλιάδες δολάρια και να ξεκινήσει πεζός για την Καλιφόρνια, με σκοπό να εκπληρώσει το όνειρό του να σπουδάσει. Ο Πόε αρνείται την πρόσκληση να τον ακολουθήσει στο ταξίδι αλλά τον συνοδεύει στην αρχή της διαδρομής. Βρίσκονται όμως ξαφνικά μπλεγμένοι σε έναν καβγά με τρεις άστεγους. Ένας από αυτούς πέφτει νεκρός και οι δύο φίλοι αναγκάζονται να επιστρέψουν στην πόλη. Από αυτό το σημείο κι έπειτα, μια σειρά σπασμωδικών αποφάσεων έχουν ως αποτέλεσμα ο Πόε να καταλήξει στη φυλακή και ο Άιζακ να ξεκινήσει εκ νέου το ταξίδι του.

Η αφήγηση του Μάγιερ είναι γραμμική, με ελάχιστα φλας μπακ, και οι περιγραφές του αναλυτικές. Κάθε υποκεφάλαιο είναι γραμμένο από την πλευρά ενός χαρακτήρα. Εκτός των δύο πρωταγωνιστών, ο συγγραφέας δίνει φωνή και σε μια σειρά από δευτερεύοντες ήρωες, οι οποίοι όμως είναι σημαντικοί για την εξέλιξη της ιστορίας – όπως στον Χένρι τον πατέρα του Άιζακ, που έχει μείνει ανάπηρος έπειτα από εργατικό ατύχημα στο εργοστάσιο χαλυβουργίας, ή στην Γκρέις, τη μητέρα του Πόε, η οποία, μετά από σειρά λανθασμένων επιλογών στην προσωπική και επαγγελματική της ζωή, καταλήγει να ζει με το γιο της σε ένα τροχόσπιτο και να τρέφονται με κρέας ελαφιών που κυνηγάει εκείνος. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο χαρακτήρας του αστυνόμου Χάρις, περιστασιακού συντρόφου της Γκρέις, ο οποίος, αν και φαινομενικά σωστός στη δουλειά του, δρα ως επί το πλείστον με έναν προσωπικό κώδικα ηθικής, προσπαθώντας να βοηθήσει τους συμπολίτες του, γλιτώνοντας μεταξύ άλλων και τον Πόε. Όλοι είχαν κάποια στιγμή την ευκαιρία να φύγουν, αλλά τελικά παρέμειναν στην Μπιουλ. Μόνη εξαίρεση η Λι, αδελφή του Άιζακ και εξίσου έξυπνη με αυτόν, η οποία κατάφερε να φύγει μετά την αυτοκτονία της μητέρας τους για να σπουδάσει στο Γέιλ και να παραμείνει εκεί.


Η βιομηχανία που πεθαίνει

Στις πυκνές και πολυσέλιδες αφηγήσεις κάθε χαρακτήρα, ο Μάγιερ γράφει ξανά και ξανά μια κοινή ιστορία, την ιστορία των σύγχρονων ΗΠΑ. Όχι των πόλεων που βρίσκονται στις ακτές και ευημερούν συγκριτικά με τις άλλες, αλλά της βαθιάς Αμερικής, μακριά από τη θάλασσα, όπου κύριος οικονομικός άξονας ήταν η βιομηχανία. Της Αμερικής που σκουριάζει ταυτόχρονα με τα απομεινάρια των εργοστασίων της. Μαζί με αυτή «σκουριάζουν» και οι ζωές των ανθρώπων. Με ωραία γλώσσα και χαρακτηριστική αφηγηματική άνεση, ο συγγραφέας χτίζει το κοινωνικό υπόστρωμα και καθιστά εμφανείς τις συνθήκες που επηρέασαν τις αποφάσεις των κεντρικών ηρώων του.


Ο Άιζακ και ο Πόε ξεχωρίζουν, ο καθένας στον τομέα του, αλλά η αναβλητικότητα του ενός και η υποχρέωση του άλλου προς τον πατέρα του τους κρατούν πίσω. Τη μέρα που ο Άιζακ παίρνει την απόφαση να κάνει το μεγάλο βήμα και να ακολουθήσει τα χνάρια της αδερφής του, το συμβάν που συναντούμε στην αρχή του βιβλίου φέρνει τα πάνω-κάτω. Η φιλία τους μπαίνει σε δοκιμασία, η πίστη του ενός στον άλλον κλονίζεται, οι ενοχές και η αβεβαιότητα για το αύριο αυξάνονται σελίδα τη σελίδα. Οι άγριες συνθήκες που συναντά ο Πόε στη φυλακή, με τα γκέτο να είναι πολύ πιο σκληρά από τον έξω κόσμο, και οι συνεχείς αναποδιές που συμβαίνουν στο ανορθόδοξο road trip του Άιζακ, εντείνουν αυτή την ατμόσφαιρα. Το αν τελικά θα διατηρηθεί η σχέση τους ή αν θα προδώσουν ο ένας το άλλον το «μαρτυρά» ο Μάγιερ από την πρώτη σελίδα του βιβλίου, μέσω της προμετωπίδας που χρησιμοποιεί, του Αλμπέρ Καμύ: «εκείνο που μαθαίνουμε σε καιρό λοιμού: πως οι άνθρωποι έχουν περισσότερα στοιχεία αξιοθαύμαστα παρά αξιοκατάκριτα». 


Ο Μάγιερ προσπάθησε με όχημα θεματικές όπως η φιλία, η ανεργία και η αποβιομηχάνιση να γράψει ένα μυθιστόρημα για τις σύγχρονες ΗΠΑ. Φώτισε ηθελημένη μια πλευρά απούσα από τα πρωτοσέλιδα και την κοινή γνώμη εκτός Αμερικής. Μέσα από την περιγραφή της μικρής πόλης της Πενσυλβάνια και του στιβαρού πλέγματος χαρακτήρων που έστησε, έγραψε ένα βιβλίο κοντά στα πρότυπα αυτού που ονομάζεται «Μεγάλο Αμερικάνικο Μυθιστόρημα».  Παρά τις αδυναμίες που αναπόφευκτα έχει κάθε ντεμπούτο, έδωσε δείγματα σημαντικού συγγραφέα. Κρίνοντας από τις διθυραμβικές κριτικές που έχει αποσπάσει το δεύτερο μυθιστόρημά του, The Son, το οποίο δεν έχει μεταφραστεί ακόμα στα ελληνικά, μάλλον είναι.


Δημοσιεύτηκε στο The Books' Journal, Τεύχος 60, Νοέμβριος 2015

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2015

Χαρτογραφώντας τη δεκαετία του 1980

Βασίλης Βαμβακάς - Παναγής Παναγιωτόπουλος (επίμ.)
Η Ελλάδα τη δεκαετία του '80. Κοινωνικό, πολιτικό και πολιτισμικό λεξικό
εκδ. Επίκεντρο, σελ. 730










Ήταν η πρώτη «κανονική» δεκαετία για την Ελλάδα μετά τον πόλεμο, με ελευθερία και δημοκρατία. Μια δεκαετία με αλλαγές, στην οποία οι δυνάμεις του ευρωπαϊκού εκσυγχρονισμού της κοινωνίας αντιστρατεύθηκαν πολλούς, παλαιότερους και νεότερους αρχαϊσμούς. Η άνοδος του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, η θεσμοθέτηση έπειτα από πολύ καιρό κανόνων χειραφέτησης και ελευθερίας, η κατάκτηση του πλουραλισμού στον Τύπο αλλά και η άνοδος των ιδεολογιών του λαϊκισμού, και ιδίως η εδραίωση του «αυριανισμού», έπαιξαν ρόλο στην περαιτ έρω εξέλιξη της ελληνικής πολιτικής, κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής. Γιατί όμως η δεκαετία του 1980 είναι «πλουσιότερη απ’ όσο μας λένε οι επικριτές της, πιο πεζή απ’ όσο τη βλέπουν οι νοσταλγοί της»; Αναδημοσίευση από το Books' Journal 50, Δεκέμβριος 2014[TBJ] 


Η δεκαετία του 1980, για κάποιον που γεννήθηκε στο τέλος της και δεν την έχει ζήσει, είναι ένας εν πολλοίς άγνωστος αλλά την ίδια στιγμή πολύ οικείος τόπος. Οι πολιτισμικές, κοινωνικές και πολιτικές αναφορές με τις οποίες μεγάλωσε είναι ευθέως συνδεδεμένες με αυτή τη δεκαετία. Φιλτράρονται όμως από την χρονική απόσταση με την οποία τις προσλαμβάνει και με τη συνηθισμένη παρελθοντολαγνική διάθεση που τα κάνει όλα να φαίνονται καλύτερα σε κάποια περασμένη εποχή.


Όσον αφορά το πολιτισμικό και κοινωνικό πεδίο, τα 80s είναι κάπως εξωραϊσμένα και εξαγνισμένα σήμερα. Η ξένη μουσική και οι ξένες ταινίες της περιόδου έχουν αρχίσει να καταναλώνονται και πάλι στην Ελλάδα, αυτή τη φορά όμως σαν «σοβαρά» πολιτισμικά προϊόντα, χάνοντας την καλτ τους διάσταση. Το ίδιο συμβαίνει και με την αντίστοιχη ελληνική πολιτισμική παραγωγή, στην κατανάλωση της οποίας όμως η εξισορρόπηση μεταξύ σοβαρού και καλτ είναι πιο δυσδιάκριτη. Όσο περισσότερο αναπτύσσεται το διαδίκτυο, η χρήση των social media, και η προσκόλληση στα κινητά τηλέφωνα, τόσο βλέπουμε να νοσταλγούνται οι εποχές της απουσίας όλων αυτών των τεχνολογικών εξελίξεων, των ραντεβού που δεν μπορούσες να μεταβάλλεις την τελευταία στιγμή με ένα sms και της τηλεπικοινωνίας μόνο με σταθερό τηλέφωνο. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και με το πεδίο της πολιτικής. 
Το 2010, όταν και πρωτοεκδόθηκε το λεξικό, ήταν η χρονιά που η χώρα μας έμπαινε σε αυτή τη μεγάλη κρίση. Τότε, στον δημόσιο διάλογο παρατηρήθηκε μια διάθεση συλλογικής αυτοκριτικής, για να δούμε τι, ποιος, και σε ποιο βαθμό ευθυνόταν για το ότι φτάσαμε εδώ. Μια από τις βασικές απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα, ο πιο συνηθισμένος ένοχος, ήταν «η δεκαετία του ’80». Η αλήθεια είναι ότι αυτός ο διάλογος δεν έγινε ποτέ σε βάθος ούτε με απόλυτη ειλικρίνεια, γιατί ανακόπηκε σχετικά απότομα, μια και το ενδιαφέρον μετατοπίστηκε γρήγορα στη διαμάχη σχετικά με τον τρόπο σωτηρίας της χώρας. Σήμερα, τέσσερα χρόνια αργότερα, το Λεξικό επανεκδίδεται σε μια στιγμή που η δεκαετία του 1980 έχει εγγραφεί στο συλλογικό υποσυνείδητο ως η «αρχή του κακού», και ενώ συνιστά εύκολο στόχο για όλα τα κακώς κείμενα
Μεταξύ εκσυγχρονισμού και αρχαϊσμού 
Διαβάζοντας ωστόσο την εισαγωγή των επιμελητών, υπάρχει η αίσθηση πως η δεκαετία του 1980 είναι μια αδικημένη εποχή. Η περίοδος αυτή ήταν, κατά βάση, μεταβατική, με πολλαπλούς μετασχηματισμούς. Στόχος ήταν να συγχρονιστούν τα εγχώρια πολιτικά, κοινωνικά και τεχνολογικά πεδία με τα αντίστοιχα του εξωτερικού, που ήταν από χρόνια ανεπτυγμένα. Η δεκαετία του 1980 μπορεί να θεωρηθεί, έτσι, για την Ελλάδα, η πρώτη κανονική δεκαετία μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Μέσω της αναδιανομής του εισοδήματος, δημιουργήθηκε η μεσαία τάξη, η ύπαρξη της οποίας είναι ισχυρό δείγμα κανονικότητας. Η κοινωνική κινητικότητα θεμελιώθηκε ως υπαρκτή δυνατότητα και οι ανισότητες μειώθηκαν. Ταυτόχρονα προχώρησε και ο εκδημοκρατισμός των θεσμών, παρά τη γενικότερη αγκίστρωση στην παράδοση.
Φυσικά και δεν ήταν όλα ρόδινα. Ο λαϊκισμός και η υπερπολιτικοποίηση πρωταγωνιστούσαν στην πολιτική καθημερινότητα, και οι συγκρούσεις όλων των υπαρκτών διπόλων αυξάνονταν αντί να αποκλιμακώνονται. Η δεκαετία του 1980 ήταν μια αντιφατική δεκαετία, με δείγματα νεωτερικότητας και αρχαϊσμού, εκσυγχρονισμού και οπισθοδρόμησης. Αυτή η ερμηνεία στην ανάλυση των επιμελητών είναι εμφανής και από τον τίτλο της εισαγωγής: «Κοινωνκός εκσυγχρονισμός, πολιτικός αρχαΐσμός, πολιτισμικός πλουραλισμός», με τα δύο θετικά (εκσυγχρονισμός-πλουραλισμός) να διαχωρίζονται από ένα αρνητικό (αρχαϊσμός)
 Ευφάνταστα λήμματα, ανορθόδοξο στυλ
 Στόχος του λεξικού είναι να φωτίσει αυτή τη δεκαετία αναδεικνύοντας όλες τις αντιφάσεις της. Οι αρχικοί διαχωριστικοί τομείς είναι τρεις: ο κοινωνικός, ο πολιτικός και ο πολιτισμικός. Με εκκίνηση αυτές τις τρεις θεματικές, αναπτύσσονται 264 λήμματα, από 145 συγγραφείς. Κάθε συγγραφέας έχει την απαραίτητη εξειδίκευση στη θεματική του λήμματος (ή των λημμάτων) που έχει αναλάβει να καλύψει. Αυτό έχει αποτέλεσμα κάθε λήμμα να είναι τεκμηριωμένο πλήρως και ανεπτυγμένο σε βάθος. Η προσωπική τοποθέτηση –επιστημονική, ιδεολογική, σίγουρα όχι πολιτικά φορτισμένη– δεν αποσιωπάται, κάνοντας την ανάγνωση πιο απολαυστική, και σίγουρα χωρίς να γίνεται έκπτωση στην επιστημονικότητα ή στην αντικειμενικότητα που οφείλει να φέρει ένα λεξικό
Συχνά, ο αναγνώστης έχει την αίσθηση ότι το λεξικό μιμείται στυλιστικά τον ανορθόδοξο χαρακτήρα της δεκαετίας με έναν πολύ ενδιαφέροντα τρόπο. Δίπλα σε αναμενόμενα λήμματα, όπως εκείνο της 17ης Νοέμβρη, του Ανδρέα Παπανδρέου και του Μάνου Χατζιδάκι, που ο αναγνώστης θα αναζητούσε κατά προτεραιότητα, βρίσκονται λήμματα για τη Βαβέλ, το Δρομέα και τον Στάθη Ψάλτη. Δίπλα στα μεγάλα –ή φαινομενικά μεγάλα– μεγέθη, υπάρχουν μικρότερα, τα οποία όμως με την ένταξή τους στο λεξικό αποδεικνύουν πόσο επηρέασαν απ’ τη μεριά τους την ελληνική κοινωνία.
Ανορθόδοξες είναι επίσης και οι δυνατότητες ανάγνωσης που προτείνονται στον αναγνώστη. Μια δυνατότητα είναι αυτή που υπάρχει στο τέλος κάθε λήμματος. Εκεί προτείνονται άλλα συναφή λήμματα, με αποτέλεσμα να καλύπτεται μεγάλο κομμάτι μιας συγκεκριμένης θεματικής σχετικά εύκολα. Άλλη δυνατότητα, πιο ενδιαφέρουσα κατά τη γνώμη μας, είναι εκείνη μέσω του εννοιολογικού / θεματικού ευρετηρίου που βρίσκεται στο τέλος. Αυτή προσφέρει αφ’ ενός πολύ μεγαλύτερη εμβάθυνση στις επί μέρους θεματικές που διατρέχουν τη δεκαετία, αφ’ ετέρου προκαλεί ευχάριστη εκπλήξη εξαιτίας των λημμάτων που μπορεί να συναντήσει κανείς εκεί και τα οποία αναδεικνύουν λιγότερο προφανείς μεταξύ τους συνδέσεις. Για παράδειγμα, κάτω από την έννοια Εκσυγχρονισμός συναντούμε ως συναφή πρόταση ανάγνωσης το Οικογενειακό Δίκαιο, αλλά και τα Goody's, ενώ κάτω από την έννοια Νεοσυντηρητισμός εκτός από τους Νεοορθόδοξους συναντούμε και το Κιτς.
Εκτός όμως από τα λήμματα, το λεξικό φιλοξενεί στις σελίδες του και έναν σημαντικό όγκο αρχείων, φωτογραφιών και ντοκουμέντων. 770 τεκμήρια συνοδεύουν και εμπλουτίζουν τα αντίστοιχα κείμενα. Από αφίσες πολιτικών κομμάτων και εξώφυλλα περιοδικών και εφημερίδων, μέχρι φωτογραφίες από χαρακτηριστικές στιγμές της δεκαετίας. Αυτά, σε συνδυασμό με τον πρωτοποριακό χαρακτήρα του λεξικού και την πρωτογενή έρευνα, το καθιστούν έργο πολύτιμο και διαχρονικό. 

Μια επανέκδοση πολύ επίκαιρη
Φυσικά δεν μπορούμε να παραβλέψουμε πόσο χαρακτηριστικά επίκαιρες είναι σήμερα οι περισσότερες θεματικές. Όντως, είναι δύσκολο να αποφύγει κανείς συνδέσεις και προβολές της καθημερινότητάς μας σε εκείνη της δεκαετίας του 1980. Για παράδειγμα, αν στο λήμμα Ελλείμματα και Χρέος, όπου ο συγγραφέας περιγράφει την οικονομική πολιτική της χώρας τη δεκαετία του 1980 και τις συνέπειες της εγκατάλειψης της δημοσιονομικής πειθαρχίας, αλλάξει κανείς τις ημερομηνίες και τα οικονομικά μεγέθη, έχει την αίσθηση ότι διαβάζει ανάλυση για τους λόγους για τους οποίους ξέσπασε η κρίση στη χώρα μας το 2010. Ή στο λήμμα Λαϊκισμός, όπου πληροφορούμαστε την καταγωγή του όρου που πρωταγωνίστησε τη δεκαετία του 1980, δεν γίνεται να μην κάνουμε τη σύνδεση με τις χρήσεις του όρου που γίνονται σήμερα. Τέλος, η Αυριανή μπορεί να μην κυκλοφορεί πια (τουλάχιστον όχι με αυτό το όνομα), αλλά ο αυριανισμός είναι ακόμα εδώ: όπως μας πληροφορεί το σχετικό λήμμα, ο αυριανισμός σημάδεψε τη δεκαετία του 1980 «ως μορφή λόγου που δεν περιορίζεται στη δημοσιογραφική σφαίρα, αλλά αντίθετα αποκτά πολλά πολιτικά και κοινωνικά ερείσματα». Σήμερα, τριάντα χρόνια μετά, παρατηρείται η αναζωπύρωση αυτού του είδους δημοσίου λόγου και η επαναδιάχυσή του στην κοινωνία, που ευνοείται από την ανάπτυξη των νέων media
Τέλος, αυτό που εντυπωσιάζει περισσότερο όποιον παίρνει το Λεξικό στα χέρια του σήμερα, είναι ο αριθμός των συγγραφέων που συνεργάστηκαν για τη δημιουργία του έργου αυτού: 145. Αυθόρμητα γεννιέται η απορία για το αν το έργο αυτό θα ήταν δυνατό να εκδοθεί για πρώτη φορά σήμερα, το 2014. Δεν είναι αυτονόητο ότι η πληθώρα των ερευνητών θα μπορούσε να συνεργαστεί τώρα όπως συνεργάστηκε τότε, πριν από την κρίση, σε μεγάλο βαθμό εξ αιτίας της πολιτικής πόλωσης που έχει επέλθει και η οποία έχει αγγίξει και τον επιστημονικό χώρο.
 Αναμφίβολα, η δεκαετία του 1980 ήταν μια καθοριστική περίοδος για την Ελλάδα. Μας επηρέασε σε βαθμό που ίσως δεν έχουμε αντιληφθεί ακόμη πλήρως. Και δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς, γιατί ήταν η πρώτη δημοκρατικά «ολόκληρη» δεκαετία της Μεταπολίτευσης, με έντονα αναδιανεμητικό χαρακτήρα, κοινωνική κινητικότητα και τη δημιουργία μιας ολόκληρης νέας τάξης, την εισαγωγή νέων πολιτιστικών προτύπων και τη θεμελίωση του ατομικισμού σαν κοινωνική συμπεριφορά. Το λεξικό αυτό επανεκδίδεται για να φωτίσει όλες της πλευρές αυτής της αμφίσημης δεκαετίας που φαντάζει ταυτόχρονα τόσο κοντινή και μακρινή. Σε ένα μήνα συμπληρώνονται 25 χρόνια από το τέλος της και το μόνο που μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα, και χωρίς διάθεση εξιδανίκευσης ή απόρριψης, είναι ότι ήταν «πλουσιότερη απ’ όσο μας λένε οι επικριτές της, πιο πεζή απ’ όσο τη βλέπουν οι νοσταλγοί της».