Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2019

Twin Peaks ξανά, μετά 27 χρόνια




Ήταν 8 Απριλίου 1990 όταν το κοινό είδε για πρώτη φορά στην οθόνη του τους νωχελικούς τίτλους αρχής του Twin Peaks. Η υπνωτιστική ακολουθία εικόνων από τα τοπία και τις γωνιές της φανταστικής μικρής πόλης στα σύνορα των ΗΠΑ με τον Καναδά, σε συνδυασμό με την υπαινικτική μουσική του Angelo Badalamenti –που έχει γράψει τη δική της ιστορία – σίγουρα δεν προετοίμαζαν το κοινό γι’αυτό που θα ακολουθούσε. Ό,τι και να φανταζόταν κανείς ότι θα δημιουργούσε το σκοτεινό – μα πάντα δημιουργικό– μυαλό του David Lynch σε συνεργασία με τον Mark Frost στην πρώτη τους τηλεοπτική συνεργασία, σίγουρα δεν θα έπεφτε κοντά στο πραγματικό αποτέλεσμα. Κι αυτό γιατί η καλτ –πλέον– σειρά έπεσε σαν βόμβα σε μια εποχή που η αμερικανική τηλεόραση είχε να επιδείξει βήματα πρωτοπορίας μόνο στην φόρμα της κωμωδίας.

Εικοσιεπτά χρόνια μετά από εκείνη την ημέρα ετοιμαζόμαστε να υποδεχτούμε ξανά την τρίτη σεζόν της σειράς που έφερε τα πάνω κάτω (μεταφορικά και «κυριολεκτικά»). Όλοι αισθανθήκαμε ότι ολοκλήρωσε τον κύκλο της άδοξα και πριν την ώρα της, παρότι οι δημιουργοί της κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα από τα πιο ανατριχιαστικά φινάλε τηλεοπτικής σειράς που έχουν προβληθεί ποτέ στην μικρή οθόνη.

Η στιγμή που ο ντετέκτιβ του FBI, και υπεύθυνος των ερευνών της δολοφονίας της Λώρα Πάλμερ, χτυπάει το κεφάλι του στον καθρέφτη, όπου αντί για το είδωλό του έχει αντικρίσει το σκοτεινό πνεύμα που ήταν ένοχο για τη δολοφονία έχει καταγραφεί ως μια από τις καλύτερες τηλεοπτικές στιγμές. Η μορφή του πνεύματος είναι ανθρώπινη, με άσπρα, μακριά μαλλιά και κρυστάλλινο βλέμμα που φαίνεται να διαπερνά την οθόνη. Και ο ηθοποιός που τον υποδύεται δεν είναι επαγγελματίας ηθοποιός, αλλά ένα μέλος του συνεργείου που φάνηκε η αντανάκλασή του σε έναν καθρέφτη κατά τη διάρκεια ενός πλάνου στο οποίο η μητέρα της Λώρα Πάλμερ ούρλιαζε. Άρεσε τόσο στον David Lynch που αποφάσισε όχι μόνο να μην κάνει δεύτερη λήψη της σκηνής, αλλά και να χρησιμοποιήσει το μέλος του συνεργείου για την ενσάρκωση του απόλυτου κακού.

Αυτή την ανεκδοτολογική ιστορία εντοπίσαμε σε ένα παλαιότερο άρθρο του περιοδικού Little White Lies (Σεπτέμβριος/Οκτώβριος 2010) που προωθήθηκε εκ νέου λόγω της επικείμενης επιστροφής της σειράς.

Όταν οι Lynch και Frost πρότειναν την σειρά στους υπευθύνους του καναλιού είχαν στο νου τους να φτιάξουν κάτι «παράξενο και ανατρεπτικό» και να «εισαγάγουν μια δόση τρέλας στη mainstream τηλεόραση». Το αποτέλεσμα πρέπει να τους βρήκε ευχαριστημένους και δικαιωμένους, καθώς το Twin Peaks είναι τόσο ιδιαίτερο που είναι ακατάτακτο. Η δολοφονία που πρέπει να εξιχνιαστεί χαρίζει στη σειρά έντονα στοιχεία μυστηρίου, αλλά ταυτόχρονα οι έρευνες δίνουν αφορμή να πλησιάσουμε τους χαρακτήρες της μικρής πόλης, να παρατηρήσουμε τις συμπεριφορές τους και να ξεσκεπαστούν τα –ένοχα και μη– μυστικά τους. Οι σχέσεις αναπτύσσονται έτσι που, σε συνδυασμό με το παίξιμο των ηθοποιών, θυμίζουν τις σαπουνόπερες της εποχής, αλλά γίνεται με έναν ειρωνικό, σατιρικό και σχεδόν προβοκατόρικο τρόπο. Τέλος, υπάρχουν στοιχεία του μεταφυσικού τα οποία όμως εντάσσονται αρμονικά και γίνονται η αφορμή ενός αναστοχασμού για τη σχέση του καλού με το κακό. Ένας από τους πιο εύστοχους χαρακτηρισμούς για το είδος της σειράς δόθηκε από τον Λευτέρη Καλοσπύρο από αυτές εδώ τις σελίδες: «Μια αβάν-γκαρντ σαπουνόπερα» (26.10.2014).

Ο τρόπος που δούλευε ο Lynch ήταν το ίδιο εξεζητημένος με το σενάριο που είχε στα χέρια του. Πολλές φορές μετέβαλλε τους χαρακτήρες και τα γνωρίσματά τους για να ταιριάζουν σε συγκεκριμένους ηθοποιούς που είχε στο μυαλό του, αντί να κάνει το αντίθετο. Έδωσε τους ρόλους στους δύο βασικούς πρωταγωνιστές του επιτυχημένου μιούζικαλ West Side Story επειδή ήθελε να τους δει μαζί στην οθόνη. Και παρότι όλοι όσοι συμμετείχαν αντιλαμβανόταν ότι έπαιρναν μέρος σε κάτι σπουδαίο, φοβόταν ότι δεν θα έβρισκε χώρο στον προγραμματισμό του καναλιού γιατί «φαινόταν πολύ ακατανόητο», όπως εξομολογείται ο πρωταγωνιστής Kyle MacLachlan.

Το Twin Peaks τελικά επιλέχθηκε να προβληθεί, αλλά μόλις για μια σεζόν επτά επεισοδίων. Ο Lynch διεκδίκησε απόλυτη δημιουργική ελευθερία, σκηνοθέτησε πολλά από τα επεισόδια τα οποία είχε συν-γράψει μαζί με τον Mark Frost. Η επιτυχία ήταν τέτοια που έφτασε σε τηλεθέαση το Super Bowl (τελικός του πρωταθλήματος αμερικανικού ποδοσφαίρου). Η δημιουργική σφραγίδα του David Lynch ήταν αρκετή για να αποκτήσει η σειρά την κατάλληλη «από στόμα σε στόμα» δυναμική και η παρακολούθησή της να γίνει σχεδόν απαραίτητη, καταρρίπτοντας τους φόβους που υπήρχαν ότι οι θεματικές που πραγματεύεται ήταν τόσο σκοτεινές και προκλητικές που θα αντιδρούσε το συντηρητικό τηλεοπτικό δίκτυο.

Κάθε επεισόδιο έδινε και μια διαφορετική τροπή στην υπόθεση της δολοφονίας της Λώρα Πάλμερ, αλλά ταυτόχρονα γεννιούνταν κι άλλες απορίες, ξεπηδούσαν κι άλλα μυστήρια τα οποία σταδιακά έφτασαν να απασχολούν το κοινό εξίσου με την επίλυση της δολοφονίας. Παρότι η σειρά είχε στοιχεία σαπουνόπερας, ο Lynch δεν έκανε εκπτώσεις στη δημιουργικότητά του και γέμιζε κάθε σεκάνς με εικόνες και ακολουθίες που οι θεατές ένιωθαν πως έχουν κάτι αλληγορικό ή πως κρύβουν κάποιους συμβολισμούς που έπρεπε να αποκρυπτογραφηθούν και αυτό ενέτεινε την μανία της παρακολούθησής του. «Το ότι το παρακολουθούσες όμως δεν εξασφάλιζε την κατανόησή του», σημειώνεται στο άρθρο του Little White Lies. Ακόμα και οι ηθοποιοί δεν ήξεραν τι ακριβώς τους επιφύλασσαν ο Lynch και ο Frost για τους χαρακτήρες τους. Σε κάθε γύρισμα έπαιρναν αποκλειστικά τις σελίδες του σεναρίου που τους αφορούσαν και το τελικό αποτέλεσμα το παρακολουθούσαν μαζί με το τηλεοπτικό κοινό.

Με το φινάλε της πρώτης σεζόν οι υπεύθυνοι του τηλεοπτικού δικτύου ανανέωσαν τη σειρά για 22 επεισόδια με μία μόνο προϋπόθεση: να αποκαλυφθεί γρήγορα ο δολοφόνος της Λώρα Πάλμερ. Το δημιουργικό ντουέτο αντέδρασε, καθώς προσπαθούσε με νύχια και με δόντια να προστατεύσει την ταυτότητα του ενόχου σε τέτοιο βαθμό που κάποιες φορές έγραφαν και γύριζαν ψεύτικες σκηνές για να μπερδέψουν τους συντελεστές. Για την τελική αποκάλυψη είχαν γυρίσει τρεις εκδοχές με διαφορετικούς δολοφόνους στην κάθε μία, και μόνο στο τέλος αποκάλυψαν ποια είναι η «σωστή». Μαζί με την πολυαναμενόμενη αποκάλυψη ήρθε και η έλλειψη ενδιαφέροντος του κοινού. Την ίδια στιγμή ο Lynch και ο Frost εγκατέλειψαν το δημιουργικό κομμάτι επιστρέφοντας μόνο για το τελευταίο επεισόδιο όπου παρέδωσαν ένα υποδειγματικό φινάλε σκηνοθετημένο από τον Lynch το οποίο άφησε πολλές ανοιχτές υποθέσεις. Ούτε αυτό όμως ήταν αρκετό για να ανανεωθεί η σειρά για μια τρίτη σεζόν.

Η κληρονομιά που άφησε πίσω της αυτό το σκοτεινό αριστούργημα δύσκολα μπορεί να αποτιμηθεί πλήρως. Η σημερινή «χρυσή» περίοδος της τηλεόρασης οφείλει πολλά στο Twin Peaks, όχι τόσο για την αισθητική του, όσο γιατί κατέδειξε, σε μια άγουρη εποχή, ότι το κοινό έχει απεριόριστα όρια ανοχής στη δημιουργία, αρκεί να του προσφέρεις κάτι που του προκαλεί το ενδιαφέρον και δεν το υποτιμά.

Σε μια εποχή που οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές και το ίντερνετ δεν ήταν παρά ελάχιστα διαδεδομένα, υπήρχαν δεκάδες φόρουμ αφιερωμένα στο Twin Peaks. «Στη μέση της πρώτης σεζόν ήρθε κάποιος και μου άφησε 500 σελίδες από συζητήσεις για το Twin Peaks που γινόταν σε αυτά τα φόρουμ», εξομολογείται ο Mark Frost. Και αυτό δεν σταμάτησε στιγμή από τότε. Ακόμα και σήμερα δεκάδες είναι οι ενεργοί ιστότοποι που φιλοξενούν απόψεις, θεωρίες και ανησυχίες των φανατικών οπαδών της σειράς – παλαιών και νέων. Στα χρόνια που ακολούθησαν το κοινό πολλαπλασιάστηκε όχι μόνο λόγω του καλτ χαρακτήρα της σειράς, αλλά και γιατί, οι περισσότεροι δημοσιογράφοι που ασχολούνται με την ποπ κουλτούρα την κατατάσσουν εκεί που της αξίζει: στο πάνθεον των τηλεοπτικών σειρών.

Όσο πλησιάζει η 21η Μαΐου η ανυπομονησία μεγαλώνει. Τη στιγμή όμως που θα συναντήσουμε ξανά στους τίτλους αρχής την πινακίδα «Καλωσήρθατε στο Twin Peaks - Πληθυσμός 51201», θα είμαστε καθυσυχασμένοι γιατί θα έχει εκπληρωθεί η υπόσχεση που έδωσε η Λώρα Πάλμερ στον Πράκτορα Κούπερ στο τελευταίο επεισόδιο: «Θα σε συναντήσω ξανά σε εικοσιπέντε χρόνια».


Διαβάστε: 


Δημοσιεύτηκε σε μικρότερη εκδοχή στην Καθημερινή, Τέχνες και Γράμματα, 25.03.2017 

Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2018

Δεκαοκτώ άλμπουμ για το 2018



Δεύτερη συνεχόμενη χρονιά που δε συμμετέχω στη blogovision, αυτή τη φορά επειδή δεν προλάβαινα να ετοιμάσω εγκαίρως τη λίστα μου, την οποία ολοκλήρωσα χθες. Ορίστε οι δεκαοκτώ δίσκοι που ξεχώρισα μέσα στη χρονιά.

  1. Mitski - Be the Cowboy
  2. Spiritualized - And Nothing Hurt
  3. U.S. Girls - In a Poem Unlimited
  4. Amen Dunes - Freedom
  5. Pusha T - Daytona
  6. Thom Yorke - Suspira OST
  7. Jon Hopkins - Singularity
  8. A.A.L. - 2012-2017
  9. Blood Orange - Negro Swan
  10. Julia Holter - Aviary
  11. Low - Double Negative
  12. Deafheaven - Ordinary Corrupt Human Love
  13. Sons of Kemmet - Your Queen is a Reptile
  14. Mick Jenkins - Pieces of a Man
  15. Beach House - 7
  16. Foxing - Nearer My God
  17. Kacey Musgraves - Golden Hour
  18. Pink Siifu - ensley

Σάββατο, 24 Φεβρουαρίου 2018

Η υπόθεση που δίχασε την Αμερική



Η βράβευση με Οσκαρ καλύτερου ντοκιμαντέρ του σχεδόν οκτάωρου «O.J.: Made in America» έκλεισε τον κύκλο ενός χρόνου κατά τον οποίο οι ΗΠΑ ασχολήθηκαν ξανά με την υπόθεση που σημάδεψε τη δεκαετία του ’90 και όπως φαίνεται ασκεί σημαντική επιρροή ακόμα και σήμερα.

Ο O.J. Simpson είναι ένας πρώην αθλητής του αμερικανικού ποδοσφαίρου, ο οποίος είχε μια καριέρα γεμάτη βραβεία, κατακτήσεις πρωταθλημάτων και διακρίσεις που τον γέμισαν με δόξα και τιμή. Εγκατέλειψε τον αθλητισμό το 1979, αλλά συνέχισε να βρίσκεται στα φώτα της δημοσιότητας και εξαργύρωσε τη φήμη του συμμετέχοντας σε διαφημίσεις και ακολουθώντας μια καριέρα στην υποκριτική, χωρίς μεγάλη επιτυχία. Ο λόγος όμως που έχει μείνει χαραγμένος στη συλλογική μνήμη είναι ότι το 1994 κατηγορήθηκε για τη διπλή δολοφονία της πρώην συζύγου του και του συντρόφου της. Η συζήτηση αναζωπυρώθηκε λόγω της δραματοποιημένης εκδοχής εκείνης της περιόδου και της δίκης που ακολούθησε στη σειρά «The People v. O.J. Simpson: American Crime Story» που ξεκίνησε να προβάλλεται τον Φεβρουάριο του 2016.

Σαν ριάλιτι σόου

Πρόκειται για μια απολύτως μυθιστορηματική ιστορία που συλλαμβάνει έναν άνθρωπο-υπόδειγμα της επιτυχίας και του αμερικανικού ονείρου στη φάση της κατάρρευσής του. Κάθε Αμερικανός ένιωθε πως τον αφορούσε η δίκη του πρώην επιτυχημένου αθλητή και σε αυτό συνέβαλε απόλυτα η τηλεοπτική κάλυψη. Πριν από τη σύλληψή του προηγήθηκε μια προσπάθεια διαφυγής με λευκό φορτηγάκι που κατέληξε σε καταδίωξη-παρωδία στους δρόμους του Λος Αντζελες. Τα περιπολικά ακολουθούσαν με χαμηλή ταχύτητα το όχημα του Simpson, που απειλούσε ότι θα αυτοκτονήσει, και τα ελικόπτερα των τηλεοπτικών σταθμών κατέγραφαν κάθε στιγμή. Οση ώρα τα κανάλια δεν μετέδιδαν ζωντανά τη δίκη, πρόβαλλαν εκπομπές αφιερωμένες σε αυτήν. Δεν θα ήταν υπερβολή να λέγαμε πως η δίκη του O.J. Simpson ήταν το πρώτο αμερικανικό ριάλιτι σόου.

Η προβολή του, πολυβραβευμένου πλέον, ντοκιμαντέρ λίγους μήνες μετά το φινάλε της σειράς αναζωπύρωσε εκ νέου τις συζητήσεις και τις αναμνήσεις σχετικά με την αθωότητα του Simpson, αλλά και με τις συνθήκες που επικρατούσαν όσο η δίκη διεξαγόταν.

Παρότι τα στοιχεία που είχε στα χέρια της η εισαγγελία φαίνεται πως αποδείκνυαν ξεκάθαρα την ενοχή του κατηγορουμένου, στην πορεία τα πράγματα άλλαξαν. Η στρατηγική των συνηγόρων υπεράσπισης να δώσουν στην υπόθεση φυλετικό χαρακτήρα αποδείχτηκε καθοριστική. Προέβαλαν τον Simpson στα μαύρα μέλη των ενόρκων ως «έναν από αυτούς», ως έναν ακόμη μαύρο πολίτη που έπεσε θύμα της προκατάληψης που είχε η αστυνομία του Λος Αντζελες απέναντί τους εκείνη την εποχή. Και τα κατάφεραν, παρά τις προσπάθειες της εισαγγελίας να αναδείξει τα στοιχεία που θεωρούσε αδιάσειστα και παρά τις μαρτυρίες για τη βία που είχε υποστεί η πρώην γυναίκα του από τον Simpson.

Οι συνήγοροί του έκαναν τους ενόρκους να «κλείσουν τα μάτια» και να μη δουν ότι είχαν απέναντί τους έναν άνθρωπο που όλη του τη ζωή προσπαθούσε να μην είναι ένας από αυτούς: ζούσε σε ένα πλούσιο προάστιο λευκών μακριά από το κέντρο του Λος Αντζελες, σύχναζε σε ιδιωτικά κλαμπ όπου συνήθως ήταν ο μόνος μαύρος πελάτης και συνήθιζε να λέει «δεν είμαι μαύρος, είμαι ο O.J.».

Οπως παρατηρεί η Lorrie Moore σε ένα άρθρο της στο NYRB, «οι λευκοί και οι μαύροι παρακολούθησαν την ίδια δίκη αλλά είδαν πολύ διαφορετικά πράγματα»: 77% των λευκών πίστευαν ότι ο κατηγορούμενος ήταν ένοχος και 72% των μαύρων ότι ήταν αθώος. Η φυλή κατάφερε και υπερνίκησε το φύλο και την οικονομική τάξη, σημειώνει η Αμερικανίδα πεζογράφος, και έχει δίκιο – το αποδεικνύουν και τα πλακάτ υποστήριξης που κρατούσαν εκατοντάδες πολίτες κάθε μέρα έξω από το δικαστήριο.

«Ο O.J. δεν ήταν μαύρος», γράφει στο Atlantic ο Ta-Nehisi Coates, μία από τις σημαντικότερες φωνές της μαύρης Αμερικής αυτή τη στιγμή. Χαιρόταν όταν κρυφάκουγε να λένε «ήρθε ο O.J. μαζί με κάτι μαύρους» σε ένα από τα κλαμπ που σύχναζε, ακριβώς γιατί τον διαχώριζαν από τους υπόλοιπους.

Τον έκριναν αθώο σε μόλις τρεις ώρες

Την εποχή που διεξαγόταν η δίκη, ούτε το κοινό αλλά ούτε και οι ένορκοι ήταν σε θέση να διακρίνουν αυτές τις αποχρώσεις. Η αστυνομία του Λος Αντζελες χτυπούσε, παρενοχλούσε, αλλά και σκότωνε μαύρους πολίτες και οι εικόνες των θυμάτων που προβάλλονται στο ντοκιμαντέρ υποδηλώνουν ότι όλα αυτά είχαν αποτυπωθεί στο μυαλό κάθε πολίτη και γι’ αυτό η εμπιστοσύνη στην αστυνομία αλλά και στο δικαστικό σύστημα ήταν ανύπαρκτη.

Σε αυτό το τεταμένο κλίμα πάτησε ο πολυμήχανος δικηγόρος του Simpson, Τζόνι Κόχραν, ο οποίος πάλευε ενάντια στην άδικη αστυνομική βία ήδη από τη δεκαετία του ’60. Η αποκάλυψη ότι ένας από τους αστυνομικούς της υπόθεσης είχε δράσει στο παρελθόν με ρατσιστικά κίνητρα και είχε καταφερθεί απέναντι στους μαύρους με τον χειρότερο δυνατό χαρακτηρισμό ενίσχυσε τη θέση του. Και έτσι, παρότι παρακολουθώντας σήμερα την υπόθεση μέσω της σειράς και του ντοκιμαντέρ οι περισσότεροι είναι βέβαιοι για την ενοχή του Simpson λόγω των στοιχείων που παρουσιάζονται, οι ένορκοι μετά μόλις τρεις ώρες διαβούλευσης τον κρίνουν ομοφώνως αθώο.

Πρόσφατα, Αμερικανός φίλος που εκείνη την εποχή ήταν μαθητής στο Μίσιγκαν μου είπε ότι την ώρα που ανακοινωνόταν η ετυμηγορία είχαν ανοίξει τις τηλεοράσεις στο σχολείο για να μάθουν όλοι το αποτέλεσμα· η συνολική κατανάλωση νερού έπεσε κατακόρυφα, γιατί κανείς δεν πήγαινε στο μπάνιο για να μη χάσει ούτε στιγμή της μετάδοσης· οι υπεραστικές κλήσεις μειώθηκαν κατά 58% και υπολογίζεται ότι σταμάτησαν τόσοι άνθρωποι τη δουλειά τους που «χάθηκε» παραγόμενο προϊόν αξίας 480 εκατ. δολαρίων. Αν τα νούμερα φαίνονται υπερβολικά, ας αναλογιστούμε ότι έχουν περάσει 21 χρόνια και αυτή η υπόθεση καταφέρνει να χαρίζει πέντε βραβεία Emmy στην τηλεοπτική σειρά και ένα Οσκαρ στο ντοκιμαντέρ που την πραγματεύεται.
​​
Ντοκιμαντέρ: «O.J.: Made in America. (ESPN). Τηλεοπτική σειρά: «The People v. O.J. Simpson: American Crime Story» (FX).
Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, Τέχνες και Γράμματα, 19.03.2017

Η μαγεία δύο παλαιοβιβλιοπωλείων


Το «84, Charing Cross Road» (εκδ. Πόλις, μτφρ. Κατερίνα Σχινά) είναι το βιβλίο που έκανε τη συγγραφέα του, Helene Hanff, διάσημη στο ευρύ κοινό μιας και η επιτυχία του ήταν τέτοια, που μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο με πρωταγωνιστές τον Αντονι Χόπκινς και την Αν Μπάνκροφτ. Το βιβλιόφιλο κοινό ήταν φυσικό να ξεχωρίσει αυτό το βιβλίο, καθώς έχει μια ιδιαιτερότητα: δεν είναι ένα μυθιστόρημα με την κλασική έννοια του όρου αλλά αποτελείται από τις αυθεντικές επιστολές που αντάλλαξε η Αμερικανίδα συγγραφέας με τον βιβλιοπώλη Frank Doel, υπάλληλο του λονδρέζικου παλαιοβιβλιοπωλείου «Marks & Co». Η αλληλογραφία τους ξεκινά το 1949, όταν η Hanff που κατοικεί στη Νέα Υόρκη αναζητεί κάποια σπάνια βιβλία και συνεχίζεται για είκοσι χρόνια.

Η συνενοχή και η σχέση που αναπτύσσονται μεταξύ των επιστολογράφων, ταυτόχρονα με τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες που αποτυπώνονται στα γράμματά τους, δημιουργούν αυθεντική συγκίνηση σε κάθε αναγνώστη. Οσοι έχουν, όμως, μια πιο στενή σχέση με τα βιβλία συγκινούνται διπλά, γιατί πρόκειται για ένα κατεξοχήν βιβλιοφιλικό μυθιστόρημα.

Το «Marks & Co» έκλεισε το 1970 και η Hanff δεν πρόλαβε να το επισκεφτεί όσο λειτουργούσε, αλλά η κουλτούρα των παλαιοβιβλιοπωλείων δεν έχει εξαφανιστεί από το Λονδίνο – θα λέγαμε πως έχει μετεξελιχθεί στα βιβλιοπωλεία που πουλάνε βιβλία «δεύτερο χέρι» (second-hand). Στην ιστορική περιοχή του Bloomsbury, που έχει ιδιαίτερο λογοτεχνικό ενδιαφέρον λόγω της ομώνυμης καλλιτεχνικής ομάδας που μέλη της ήταν η Βιρτζίνια Γουλφ, ο Τζ. Μ. Κέινς, ο Ε. Μ. Φόρστερ και πολλοί άλλοι, υπάρχουν δύο τέτοια βιβλιοπωλεία τα οποία επισκεφτήκαμε πρόσφατα.

Το Judd Books ξεχωρίζει από μακριά λόγω της πράσινης χαρακτηριστικής τέντας του με την επιγραφή «Books» και τα καλάθια στο πεζοδρόμιο με τα βιβλία σε τιμή ευκαιρίας (1 ή 2 λίρες). Το πρώτο πράγμα που προσέχει κανείς μπαίνοντας στον σχετικά μικρό χώρο του ισογείου είναι ότι φιλοξενεί πολλά περισσότερα βιβλία από αυτά που μπορεί να διακρίνει κανείς κοιτώντας απέξω, καθώς τα ράφια που φτάνουν μέχρι το ταβάνι είναι γεμάτα με τίτλους λογοτεχνίας, θεάτρου, κριτικής, καλών τεχνών και αρχιτεκτονικής.

Η... δύναμή του

Στο χαμηλοτάβανο υπόγειο βρίσκεται και το δυνατότερο σημείο του καταστήματος: η μεγάλη συλλογή των βιβλίων που καλύπτουν όλο το φάσμα των κοινωνικών επιστημών – από κοινωνιολογία, οικονομικά και φιλοσοφία μέχρι ιστορία και πολιτική επιστήμη.
Παρότι αναλογικά η λογοτεχνία υποεκπροσωπείται, μπορεί κανείς να βρει αντίτυπα σημαντικών έργων, όπως τα άπαντα διηγήματα του Τζον Τσίβερ, τον τόμο με τα γράμματά του που επιμελήθηκε ο γιος του, τη συλλογή δοκιμίων του Κρίστοφερ Χίτσενς με τίτλο «Arguably» και τη βιογραφία του Μοχάμεντ Αλι από τον διευθυντή του New Yorker, Ντέιβιντ Ρέμνικ.

Λίγα μέτρα μακρύτερα, τοποθετημένο στην άκρη του εμπορικού κέντρου Brunswick, βρίσκεται το βιβλιοπωλείο SKOOB (αναγραμματισμός του «books»). Παρότι η τοποθεσία του στην αρχή ξενίζει, με το που ξεκινά η θορυβώδης κατάβαση της ξύλινης σκάλας που οδηγεί στο υπόγειο κατάστημα εξατμίζονται οι όποιες αμφιβολίες. Και αυτό με τη σειρά του αυτοπροσδιορίζεται ως εξειδικευμένο στα επιστημονικά βιβλία (μεταχειρισμένα κι εδώ), αλλά διατηρεί και μια αξιοσημείωτη συλλογή λογοτεχνικών τίτλων.
Ειδική μνεία πρέπει να γίνει στις δύο αντικριστές βιβλιοθήκες που είναι φορτωμένες με βιβλία της «πορτοκαλιάς σειράς» του εκδοτικού οίκου Penguin, οι ράχες των οποίων έχουν χρώμα πορτοκαλί σχεδόν σε όλες τις αποχρώσεις – ανάλογα με το πόσο χρησιμοποιημένο και παλιό είναι το κάθε αντίτυπο.


Στον χώρο δεσπόζει ένα πιάνο τοποθετημένο –φυσικά– κάτω από τα βιβλία που έχουν σχέση με τη μουσική, τα οποία φτάνουν να στοιβάζονται και πάνω του. Οι στενοί διάδρομοι του SKOOB μικραίνουν κι άλλο, καθώς στο πάτωμα κάτω από κάθε βιβλιοθήκη βρίσκεται μία ακόμη σειρά με βιβλία. Εκεί βρήκα ένα advance copy του τελευταίου βιβλίου του Jonathan Safran Foer, «Here I Am», δηλαδή ένα αντίτυπο από την ειδική έκδοση που γίνεται για να δοθεί σε δημοσιογράφους και ανθρώπους του χώρου του βιβλίου πριν από την κανονική κυκλοφορία του μυθιστορήματος.

Και στα δύο καταστήματα ο μέσος όρος ηλικίας των υπαλλήλων και των πελατών ήταν κάτω από τα 30 έτη. Αρκετοί ήταν φοιτητές σε ένα από τα πολλά πανεπιστήμια που βρίσκονται συγκεντρωμένα στην περιοχή σε ακτίνα μερικών εκατοντάδων μέτρων.

Ακόμα κι αν έψαχναν κάποιο βιβλίο απαραίτητο για τις σπουδές τους, οι περισσότεροι έκαναν μια στάση και στον τομέα της λογοτεχνίας. Απ’ ό,τι μας είπαν οι υπάλληλοι, γίνονται συνεχώς νέες παραλαβές, με αποτέλεσμα να ανανεώνονται συχνά τα βιβλία στα ράφια. Αυτό ίσως να εξηγεί γιατί δεν επιβεβαιώνεται το κλισέ του βιβλιοπώλη που γνωρίζει ακριβώς πού βρίσκεται καθετί στον χώρο.

Παρ’ όλα αυτά, όση ώρα περιπλανιόμουν στους διαδρόμους και των δύο καταστημάτων, στον νου μου ερχόταν η Helene Hanff και το «Marks & Co». Εκείνη τη στιγμή δεν θυμόμουν καν αν περιγράφεται το βιβλιοπωλείο στις σελίδες της αλληλογραφίας της με τον Doel, οπότε το φανταζόμουν πότε σαν το Judd και άλλοτε σαν το SKOOB.

Παίρνοντας αυτήν την ελευθερία μπορεί να έκανα ένα βέβηλο λάθος, αλλά ήμουν σίγουρος ότι και τα τρία καταστήματα έχουν κάτι κοινό: πολλά καλά βιβλία, σε πολύ καλές τιμές, με κόσμο που έχει όρεξη να τα ανακαλύψει χωρίς να αντιλαμβάνεται πια τη διόλου ανεπαίσθητη μυρωδιά της υγρασίας.
​​
Judd Books: 82 Marchmont Street, London WC1N 1AG
Skoob Books: 66, The Brunswick off Marchmont St, London WC1N 1AE.

Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, Τέχνες και Γράμματα, 05.03.2017

Hanya Yanagihara: «Ολοι οι χαρακτήρες μου θα ψήφιζαν τη Χίλαρι Κλίντον»


Τον προηγούμενο Νοέμβριο κυκλοφόρησε στα ελληνικά το μυθιστόρημα της Hanya Yanagihara, «Λίγη ζωή». Η διαφαινόμενη –στις πρώτες σελίδες του βιβλίου– απλή ιστορία τεσσάρων πολύ κοντινών φίλων δίνει γρήγορα τη θέση της σε μια ενδελεχή σπουδή για τις επιπτώσεις της κακοποίησης και τη διαχείρισή της, φωτίζοντας με ιδιαίτερη συναισθηματική ένταση κάθε πτυχή της ζωής του Τζουντ, ο οποίος είναι και ο βασικός πρωταγωνιστής του βιβλίου. Το μυθιστόρημα απέκτησε φανατικούς φίλους και εχθρούς, προτάθηκε για μια σειρά από σημαντικά βραβεία (Booker, National Book Award) και κέρδισε άλλα (Kirkus). Η συγγραφέας του δέχθηκε να μας απαντήσει σε κάποιες ερωτήσεις που της απευθύναμε.

– Και στα δύο μυθιστορήματά σας καταπιάνεστε με το ζήτημα της παιδικής κακοποίησης (στο αμετάφραστο «The People in the Trees» από τη μεριά του θύτη και στο «Λίγη ζωή» από τη μεριά του θύματος). Τι σας οδήγησε να ασχοληθείτε τόσο διεξοδικά με αυτό το θέμα;
– Κατ’ αρχάς να πω ότι τα βιβλία αυτά δεν γράφτηκαν για να συμπληρώνουν το ένα το άλλο, αν και κάποιος θα μπορούσε να πει ότι βρίσκονται σε διάλογο μεταξύ τους. Αυτό που με ενδιαφέρει πολύ είναι οι μορφές κατάχρησης εξουσίας είτε αυτή προέρχεται από το κράτος, την Εκκλησία ή από κάποιο άλλο άτομο. Το πιο απαράδεκτο στη σεξουαλική κακοποίηση παιδιών είναι η αδικία του πράγματος. Από τη μια μεριά έχεις κάποιον με υψηλότερο επίπεδο ορθού λόγου, μάθησης, φυσικής δύναμης και από την άλλη μόνο απόλυτη τρωτότητα. Είναι μια αηδιαστική αναντιστοιχία. Ελπίζω ότι και τα δύο βιβλία δείχνουν ότι οι άνθρωποι έχουν την επιλογή να συμπεριφέρονται σωστά και να μην υποκινούνται από τον εγωισμό και την επιθυμία τους.

– Ο Γκαρθ Γκρίνγουελ έγραψε στην κριτική του στο Atlantic ότι το βιβλίο σας είναι «το πολυαναμενόμενο γκέι μυθιστόρημα».
– Ο Γκαρθ είναι ένας φανταστικός συγγραφέας και στοχαστής, και αισθάνθηκα μεγάλη τιμή και συγκίνηση από την, κατά τη γνώμη μου, τελείως απροσδόκητη και καινοτόμο ανάγνωσή του. Ο χαρακτηρισμός του αφορά λιγότερο την εγγενή «ομοφυλοφιλία» του βιβλίου –ό,τι κι αν σημαίνει αυτό– και περισσότερο τη διαφορετικότητά του (queerness): την τάση του προς τον μελοδραματισμό, την έξαρση και την υπερβολή, χαρακτηριστικά που έχουν καθορίσει τη σύγχρονη queer αισθητική. Ως συγγραφέας κανείς δεν μπορεί ποτέ να προβλέψει –και δεν θα ήθελε να μπορεί – τι θα διαβάσει ο αναγνώστης στο βιβλίο του. Αλλά το γεγονός ότι κάποιοι γκέι άνδρες βρήκαν ένα κομμάτι του εαυτού τους στο «Λίγη ζωή» είναι ένα από τα σπουδαιότερα και πιο συγκινητικά κομπλιμέντα που θα μπορούσα να έχω λάβει.

– Ενώ η δράση του μυθιστορήματος είναι ξεκάθαρα τοποθετημένη στη Νέα Υόρκη, δεν δίνετε παρά ελάχιστα στοιχεία για την περίοδο που εκτυλίσσεται. Οι ήρωες έχουν κινητά τηλέφωνα και υπολογιστές, αλλά δεν μπορούμε να εντοπίσουμε την ακριβή χρονολογική περίοδο.
– Οταν αφαιρείς από ένα μυθιστόρημα τις ημερομηνίες, τα πολιτικά γεγονότα και τις επωνυμίες, καταφέρνεις να συγκρατήσεις τον αναγνώστη σε έναν πολύ μικρό χώρο: όλη τη δουλειά την κάνει η ιστορία, και το μόνο που έχει να κάνει ο αναγνώστης είναι να την ακολουθήσει.
Το αποτέλεσμα, θέλω να πιστεύω, είναι μια αφήγηση που δίνει μια αίσθηση ασυνήθιστης οικειότητας και ίσως ασυνήθιστης κλειστοφοβίας. Ο αναγνώστης πρέπει συνεχώς να νιώθει ότι αυτός ο κόσμος –ο κόσμος αυτής της συγκεκριμένης Νέας Υόρκης– είναι ο μόνος που υπάρχει, ο μόνος που μετράει.

– Εχοντας στο μυαλό ακόμα νωπά τα αποτελέσματα των αμερικανικών εκλογών, δεν μπορώ παρά να σας ρωτήσω πώς αισθάνεστε για την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ. Επίσης αναρωτιέμαι: αν οι τέσσερις βασικοί πρωταγωνιστές της «Λίγης ζωής» ψήφιζαν στις εκλογές του Νοεμβρίου, ποιον υποψήφιο θα στήριζαν;
– Το πιο ανησυχητικό και τρομακτικό πράγμα αναφορικά με τις εκλογές δεν είναι τόσο η ύπαρξη του Τραμπ –η περιστασιακή εμφάνιση ενός αυταρχικού ηγέτη είναι, δυστυχώς, αναπόφευκτη σε κάθε μορφή διακυβέρνησης– όσο η συνειδητοποίηση ότι 60 εκατομμύρια συμπολίτες σου ψήφισαν έναν άνθρωπο που είναι έτοιμος να αρνηθεί σε ομοφυλόφιλους, γυναίκες, τρανσέξουαλ, μαύρους, μουσουλμάνους, Μεξικανούς και μετανάστες το δικαίωμά τους στην αξιοπρέπεια, το δικαίωμά τους να είναι πλήρως αναγνωρισμένοι Αμερικανοί πολίτες. Ολοι οι χαρακτήρες του μυθιστορήματος θα ψήφιζαν Χίλαρι Κλίντον – ακόμα και ο Λούσιεν (σ.σ.: πρόεδρος της μεγάλης δικηγορικής εταιρείας στην οποία δουλεύει ο Τζουντ).

​​Tο μυθιστόρημα της Hanya Yanagihara «Λίγη ζωή» κυκλοφορεί στα ελληνικά σε μετάφραση της Μαρίας Ξυλούρη, από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.




Η «μαύρη» αμερικανική τηλεόραση


Η ταινία «Moonlight» γράφει ιστορία, καθώς ποτέ άλλοτε στα 89 χρόνια του θεσμού των Οσκαρ μια ταινία φτιαγμένη από έναν μαύρο σκηνοθέτη και σεναριογράφο δεν διεκδικούσε ταυτόχρονα το βραβείο καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας και σεναρίου. Η τρυφερή ιστορία με θέμα τη δύσκολη ενηλικίωση ενός μαύρου ομοφυλόφιλου έφτασε να είναι υποψήφια για οκτώ βραβεία συνολικά. Η καθολική αποδοχή της ταινίας ήρθε ως επιστέγασμα μιας χρονιάς καθοριστικής σημασίας για τη «μαύρη» ποπ κουλτούρα.

Η κυριαρχία της μαύρης μουσικής (χιπ χοπ, ραπ κ.λπ.) δεν είναι κάτι καινούργιο. Τα τέσσερα τελευταία χρόνια τουλάχιστον επικρατεί ένας οργασμός δημιουργικότητας, ο πήχυς τοποθετείται διαρκώς πιο ψηλά, σε βαθμό που φαντάζει ως το μόνο μουσικό είδος που εξελίσσεται με αυτή την ταχύτητα. Το 2016, όμως, ήταν και μία από τις καλύτερες χρονιές για την αμερικανική τηλεόραση και δεν είναι τυχαίο που ήταν και πιο... μαύρη από ποτέ – για να δανειστούμε τη διαπίστωση του ειδικού σάιτ Vulture.

Πρώτη σεζόν

Από τις πολλές σημαντικές «μαύρες» στιγμές ξεχωρίζουμε την προβολή της πρώτης σεζόν των τηλεοπτικών σειρών δύο νεαρών δημιουργών: του «Insecure» της Issa Rae (που προβλήθηκε στο HBO) και του «Atlanta» του Donald Glover (που προβλήθηκε στο FX). Εχει μια δόση πικρής ειρωνείας ότι και οι δύο σειρές έκαναν το ντεμπούτο τους στους τελευταίους μήνες της προεδρίας του Ομπάμα, ολοκλήρωσαν την πρώτη σεζόν τους την εποχή των εκλογών και σχεδόν ακαριαία ανακοινώθηκε ότι θα επιστρέψουν για δεύτερη σεζόν.

Το «Insecure» βασίζεται στην ιντερνετική σειρά της Issa Rae «Akward Black Girl» (Αδέξιο μαύρο κορίτσι), όπου παρακολουθούμε τη ζωή μιας νεαρής μαύρης κοπέλας και της καλύτερής της φίλης στα ερωτικά, φιλικά και εργασιακά μπλεξίματα που αντιμετωπίζουν. Μοιάζει αρκετά με τη σειρά «Girls» της Λίνα Ντάναμ, αλλά είναι λιγότερο προβοκατόρικη και οι ήρωές της δεν έχουν τόσες νευρώσεις. Σημαντικό κομμάτι της υπόθεσης είναι τα προβλήματα και οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι δύο νεαρές πρωταγωνίστριες στις δουλειές τους, σε δύο σχεδόν αποκλειστικά «λευκά» εργασιακά περιβάλλοντα. Η μία δουλεύει σε μεγάλη δικηγορική εταιρεία και η πρωταγωνίστρια σε μία ΜΚΟ που βοηθά παιδιά υποβαθμισμένων περιοχών – παρότι αυτό στο Λος Αντζελες είναι σχεδόν ταυτόσημο με το «παιδιά μαύρων οικογενειών», η Issa είναι η μοναδική μαύρη εργαζόμενη.

Το «Atlanta» είναι μια πιο ιδιαίτερη σειρά. Παρότι ο Donald Glover έχει περάσει από τα πλατό σειρών όπως το «30 Rock» και το «Community», στην πρώτη εξ ολοκλήρου δική του δουλειά κάνει κάτι εντελώς προσωπικό. Κρατάει τον ρόλο του κεντρικού ήρωα, που όντας σε επαγγελματικό και προσωπικό αδιέξοδο αποφασίζει να πραγματοποιήσει στροφή στην καριέρα του κάνοντας τον μάνατζερ του ράπερ εξαδέλφου του. Αφιερώνει όλη τη σειρά στην πόλη όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε και φτιάχνει μια κωμωδία που δεν ακολουθεί σχεδόν κανέναν κανόνα. Για παράδειγμα, βάζει τις βάσεις για κάποιο αστείο σε μια σκηνή και το αστείο ολοκληρώνεται αρκετά λεπτά αργότερα, τη στιγμή που οι περισσότεροι δημιουργοί θα δίσταζαν να εμπιστευθούν τη μνήμη του κοινού τους και δεν θα άπλωναν ένα αστείο σε μισό επεισόδιο.

Ενα κοινό των εν λόγω σειρών είναι ότι δεν είναι επικεντρωμένες στη ζωή των γκέτο και στις σχέσεις που αναπτύσσονται εκεί – αυτό το έχει κάνει με σχεδόν ντοκουμενταριστικό νατουραλισμό το «The Wire», η κορυφαία ίσως σειρά που έχει παιχτεί ποτέ στην αμερικανική τηλεόραση. Στο «Insecure» συναντάμε αχνά αυτήν την κουλτούρα σε κάποια πάρτι και στη σχετικά υποβαθμισμένη γειτονιά όπου κατοικεί η πρωταγωνίστρια. Στο «Atlanta» παίζει σημαντικότερο ρόλο αλλά με μια μεταειρωνική και αναστοχαστική διάθεση. Η φράση της Issa Rae για τη σειρά της «δεν είναι η ιστορία ενός γκέτο. Πρόκειται για κανονικούς ανθρώπους που ζουν την κανονική ζωή τους», έχει πλήρη εφαρμογή και στο «Atlanta».

Αμεσο επακόλουθο είναι και η προσέγγιση της αντρικής σεξουαλικότητας, η οποία απομακρύνεται από το «μάτσο» πρότυπο των χαρακτήρων- καρικατούρα και δημιουργεί πιο σύνθετους αντρικούς ήρωες με ανασφάλειες, λάθη και εργασιακά άγχη που έχουν αντίκτυπο σε όλη τους την καθημερινότητα, όπως συμβαίνει στη ζωή των κανονικών ανθρώπων.

Η συγκυρία

Η χρονική συγκυρία της ανάδυσης αυτών των σειρών (όπως και του κινηματογραφικού «Moonlight») στον αφρό της αναγνώρισης και της δημοσιότητας ίσως δίνει και την εξήγηση γιατί αυτό συνέβη. Το γεγονός ότι στο υψηλότερο αιρετό αξίωμα των ΗΠΑ βρισκόταν για οκτώ χρόνια ένας μαύρος πρόεδρος, δεν μπορεί να θεωρηθεί ασήμαντο. Στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού The Atlantic, ο Ta-Nehisi Coates γράφει για τη σημασία που είχε για κάθε μαύρο πολίτη η θητεία του πρώτου Αφροαμερικανού προέδρου. Στην αρχή του άρθρου περιγράφει το αποχαιρετιστήριο πάρτι που διοργανώθηκε τον περασμένο Οκτώβριο από το BET (Black Entertainment Television) στον Λευκό Οίκο, όπου συγκεντρώθηκε η αφρόκρεμα των μαύρων καλλιτεχνών για να τιμήσει την πρώτη μαύρη οικογένεια που έμεινε εκεί. Το αίσθημα που υπήρχε διάχυτο στους καλεσμένους του πάρτι ήταν ότι η οικογένεια Ομπάμα αντιπροσωπεύει ό,τι καλύτερο έχει να επιδείξει η μαύρη φυλή και ότι οι Ομπάμα ήταν «η βιτρίνα μιας υγιούς και επιτυχημένης οικογένειας μαύρων [..] ένα σύμβολο της καθημερινής ζωής των μαύρων ανθρώπων στις ΗΠΑ».

Ο Coates παράφρασε στον τίτλο του άρθρου του τον διάσημο ράπερ Jay-Z, γράφοντας «ο Πρόεδρός μου ήταν μαύρος»· εμείς, παραφράζουμε τον Coates και ευχόμαστε η τηλεόραση να παραμείνει τόσο «μαύρη» (και τόσο καλή) όσο ήταν το 2016.

Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, Τέχνες και Γράμματα, 12.02.2017


Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2017

Ο Μπαράκ Ομπάμα και η σχέση του με τις τέχνες


Τον περασμένο Φεβρουάριο ο συντηρητικός αρθρογράφος των New York Times Ντέιβιντ Μπρουκς εξέπληξε τους αναγνώστες του αναφωνόντας από τη στήλη του «Μου λείπει ο Μπαράκ Ομπάμα», αναγνωρίζοντας ότι, παρότι δεν ήταν από τους υπέρμαχους των πολιτικών του απερχόμενου Προέδρου των ΗΠΑ, «πολλά από τα στοιχεία του χαρακτήρα και του τρόπου άσκησης εξουσίας τα οποία θεωρούσαμε δεδομένα, αγνοούνται ξαφνικά ή παρουσιάζουν σοβαρή έλλειψη».

Σήμερα, λίγες μόνο μέρες πριν την ορκωμοσία του νέου Προέδρου, και ενώ γράφονται πολλές αναλύσεις για την κληρονομιά της οκταετούς θητείας του Ομπάμα, αξίζει να σταθούμε στη σχέση του με τις Τέχνες, τον πολιτισμό και την ποπ κουλτούρα.

Τοκ σόου


Το 2009 λίγους μήνες μετά την ορκωμοσία του, ο Ομπάμα έγραψε ιστορία πηγαίνοντας ως καλεσμένος στην βραδινή εκπομπή του Τζέι Λένο, ως ο πρώτος εν ενεργεία Πρόεδρος που επισκέπτεται ένα νυχτερινό τοκ σόου. Στα οκτώ χρόνια της θητείας του βρέθηκε πολλές φορές στα πλατό τους για να παρουσιάσει κάποια πολιτική της κυβέρνησής του ή να υποστηρίξει κάποιο νομοσχέδιο. Αντιλήφθηκε νωρίς τη δυναμική αυτών των εκπομπών και την διείσδυση που έχουν στο νεανικό κυρίως κοινό· μια πρόσφατη έρευνα του ινστιτούτου Pew έδειξε ότι το 34% των Αμερικανών ηλικίας 18-29 ετών ενημερωνόταν για τους υποψηφίους κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας αποκλειστικά από αυτές τις εκπομπές. Γι’αυτό ο Ομπάμα επέλεξε να πυκνώσει τις εμφανίσεις του, επισκεπτόμενος όχι μόνο τους καθιερωμένους αστέρες του χώρου, αλλά και ανερχόμενους κωμικούς όπως η Σαμάνθα Μπι και ο Τζίμι Κίμελ. Στην εκπομπή του τελευταίου συμμετείχε και στην διάσημη ενότητα όπου ο καλεσμένος διαβάζει εχθρικά tweet που έχουν γραφτεί γι’αυτόν – απαντώντας και σε κάποια που του είχε απευθύνει ο Ντόναλντ Τραμπ. 

Μνημειώδεις όμως έχουν μείνει και οι εμφανίσεις του στις εκπομπές δύο κωμικών που δεν παρουσιάζουν παραδοσιακά τοκ σόου. Η πρώτη ήταν το 2014 όταν αντιμετώπισε με ψυχραιμία τις απρεπείς και άβολες ερωτήσεις του Ζακ Γαλιφιανάκη στην εκπομπή του “Between two Ferns” και η δεύτερη όταν βρέθηκε στο αυτοκίνητο του Τζέρι Σάινφελντ στην εκπομπή “Comedians in cars getting coffee”, όπου ξεκίνησε με τον Σάινφελντ να χτυπάει το τζάμι του παραθύρου του Οβάλ γραφείου. 

Μουσική 

Στα οκτώ χρόνια που η οικογένεια Ομπάμα κατοικεί στον Λευκό Οίκο έχουν παραθέσει συναυλίες οι διασημότεροι σύγχρονοι μουσικοί των ΗΠΑ. Εκείνη όμως που ξεχώρισε ήταν η εκδήλωση για τη μουσική και την ποίηση του 2009. Πριν ανεβούν στη σκηνή συγγραφείς όπως ο Μάικλ Σάμπον και η Έιλετ Γουάλντμαν, η ποιήτρια Μάιντα Ντελ Βαλ και η τζαζ μουσικός Εσπεράνζα Σπόλντινγκ, ο Ομπάμα δήλωσε ότι βρίσκονταν εκεί όχι μόνο για να απολαύσουν αυτούς τους καλλιτέχνες, αλλά και για να «καταδείξουν τη σημασία των Τεχνών στη ζωή και στο έθνος μας». Εκείνη τη βραδιά ο Λιν Μανουέλ Μιράντα παρουσίασε σε πρωτόλεια μορφή το εναρκτήριο κομμάτι του χιπ χοπ μιούζικαλ για τη ζωή του Αλεξάντερ Χάμιλτον. Τη στιγμή που ανακοίνωνε τι θα ερμήνευε το κοινό ξέσπασε σε γέλια – σήμερα το «Χάμιλτον» είναι εισπρακτικό και καλλιτεχνικό φαινόμενο στο Μπρόντγουεϊ. 

Βιβλία 

Εννιά χρόνια πριν την εκλογή του Ομπάμα, προβαλλόταν στην αμερικανική τηλεόραση ένα από τα καλύτερα επεισόδια της σειράς ”West Wing”, κατά το οποίο ο «τηλεοπτικός» Πρόεδρος των ΗΠΑ ψωνίζει βιβλία από ένα παλαιοβιβλιοπωλείο παραμονές Χριστουγέννων. Ο δημιουργός της σειράς, Άαρον Σόρκιν, είχε κατηγορηθεί από πολλούς για την εξιδανικευμένη εικόνα που είχαν οι ήρωές του, και ίσως δικαίως. Το West Wing μοιάζει με μια πολιτική φαντασίωση της φιλελεύθερης Αμερικής. 


Ο Ομπάμα όμως συνήθιζε να επισκέπτεται βιβλιοπωλεία μαζί με την οικογένειά του τουλάχιστον μια φορά το χρόνο, στο πλαίσιο του «Σαββάτου των μικρών επιχειρήσεων», και να αγοράζει πολλούς και ενδιαφέροντες τίτλους: από την «Αγνή» του Τζόναθαν Φράνζεν (εκδ. Ψυχογιός) και τον «Αστερισμό Ζωτικών Φαινομένων» του Άντονι Μάρα (εκδ. Ίκαρος) μέχρι το «Εμείς οι θνητοί» του Ατούλ Γκαουάτε (εκδ. ΠΕΚ). 

Με κάθε ευκαιρία τόνιζε τη σημασία που είχαν τα βιβλία στην διαπαιδαγώγισή του και εφάρμοσε πολιτικές που είχαν στόχο να αποκτήσουν όλοι οι μαθητές στις ΗΠΑ κάρτα στη τοπική τους βιβλιοθήκη. Αλλά και ο ίδιος αποφάσισε να συστηθεί στο ευρύ κοινό με το αυτοβιογραφικό «Εικόνες του πατέρα μου» (εκδ. Κ. Αδάμ) λίγο πριν ξεκινήσει την πολιτική του καριέρα το 1995, και αργότερα με το πολιτικό δοκίμιο «Τολμώ να ελπίζω» (εκδ. Πόλις), όπου ανέπτυξε τις θέσεις της υποψηφιότητάς του το 2006. 

Κατά τη διάρκεια της θητείας του ο Ομπάμα βράβευσε μια πλειάδα συγγραφέων από τον Φίλιπ Ροθ και την Ιζαμπέλ Αλιέντε μέχρι τον Στίβεν Κινγκ και τον Τομπάιας Γουλφ. Οι βραβεύσεις όμως, οσο χρήσιμες και απαραίτητες κι αν είναι, μετά από κάποια στιγμή δυστυχώς ξεχνιούνται. Αυτό που θα θυμόμαστε σίγουρα είναι η συζήτηση μεταξύ του Ομπάμα και της Μέριλιν Ρόμπινσον στο σπουδαίο λογοτεχνικό περιοδικό New York Review of Books. Εκεί, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ συζητά με τη σημαντική Αμερικανίδα συγγραφέα για τη δημοκρατία, τον Χριστιανισμό, την ζωή στις μεσοδυτικές πολιτείες των ΗΠΑ και φυσικά για τη λογοτεχνία. Κάποια στιγμή, ο Ομπάμα παραδέχεται ότι τα πιο σημαντικά πράγματα τα έμαθε από μυθιστορήματα, και συνεχίζει λέγοντας: «Το μυθιστόρημα έχει να κάνει με την ενσυναίσθηση. Έχει να κάνει με το να αισθάνεσαι άνετα με την ιδέα ότι ο κόσμος είναι πολύπλοκος, γεμάτος γκρίζες ζώνες, και παρ’όλα αυτά υπάρχει αλήθεια εντός του, υπάρχει αλήθεια που πρέπει να βρεθεί κι εσύ είσαι υποχρεωμένος να αγωνιστείς γι’αυτήν, να εργαστείς γι’αυτήν. Να αισθάνεσαι άνετα με την ιδέα ότι είναι πιθανό να συνδεθείς με κάποιον άλλον, όσο διαφορετικός κι αν είναι από σένα.» (Μέριλιν Ρόμπινσον, Λάιλα, μετ. Κατερίνα Σχινά, εκδ. Μεταίχμιο, σ.380).
  
Θα μας λείψει.


Δημοσιεύτηκε σε ελαφρώς μικρότερη εκδοχή στην Καθημερινή, Τέχνες και Γράμματα, 15.01.2017