Τρίτη, 22 Ιουνίου 2010

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου - Δύο ποιήματα

Τον Νίκο-Αλέξη Ασλάνογλου δεν τον ήξερα. Δεν είχα διαβάσει δηλαδή κάτι που έχει γράψει. Απλά είχα ακούσει το όνομά του μαζί με του Ντίνου Χριστιανόπουλου και του Γιώργου Ιωάννου ως τους Ερωτικούς ποιητές της Θεσσαλονίκης.

Μια μέρα που βρισκόμουν στα Τρίκαλα ξεφύλλιζα το βιβλίο της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας της αδερφής μου. Ανάμεσα σε πολλά ενδιαφέροντα που διάβασα, περισσότερη εντύπωση μου έκανε ένα ποίημα του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου:

Η ποίηση δε μας αλλάζει

Η ποίηση δε μας αλλάζει τη ζωή
το ίδιο σφίξιμο, ο κόμπος της βροχής
η καταχνιά της πόλης σα βραδιάζει

Δε σταματά η σήψη που προχώρησε
δε θεραπεύει τα παλιά μας λάθη

Η ποίηση καθυστερεί τη διαμόρφωση
κάνει πιο δύσκολη τη καθημερινή μας πράξη

Μου άρεσε πολύ, και τότε έτρεξα και έψαξα κι άλλα ποιήματά του στις σελίδα του Νίκου Σαραντάκου (όπου καταφεύγω για να διαβάσω κάτι βιαστικά ή για να δω τι και πώς γράφει κάποιος που δεν γνωρίζω).

Μπορώ να πω ότι ενθουσιάστηκα με τα ποιήματά του κι έτρεξα αγόρασα τη συλλογή του "Ο Δύσκολος Θάνατος" απ'τις εκδόσεις Νεφέλη.

Δεν έχω προλάβει ακόμα να τα διαβάσω όλα, λόγω εξεταστικής. Διάβασα μόνο την πρώτη από τις επτά ενότητες, με τίτλο "Αισθηματική ηλικία". Από αυτή την ενότητα μου άρεσε πολύ το πρώτο ποίημα που είναι το παρακάτω:
Χάος

Πού βαδίζουμε μέσα σ’ αυτό το χαμό
μέσα στη νύχτα

Αγαπημένη μορφή
ματιά
χαμόγελο
που ταξιδεύει στο Βορρά

Καράβια και φώτα
στο πέλαγο

Ο δρόμος πλάι στη θάλασσα έρημος

Πού να βαδίζουμε

Γιατί τόσο ασάλευτη η νύχτα
γιατί τόσο βαθύς ο ουρανός

Παντού σκοτάδι
νύχτα γυμνή

Μορφή καθάρια
που χάθηκες στη νύχτα

Θα πορευθούμε
βαθιά θλιμμένοι
μέσα στο δρόμο
των αστεριών

Ο καθένας στο αστέρι του
στη δική του χαρά
στα δικά του δάκρυα

Όχι χαμόγελα
τίποτε πια

Μάλλον θα αποκτήσω κι άλλα αγαπημένα διαβάζοντας και τη συνέχεια του βιβλίου! Αυτά μετά τις 24/6!


Την εικόνα τη βρήκα εδώ. Επίσης βρήκα ένα πολύ ενδιαφέρον ποστ με αποσπάσματα από συνέντευξη που είχε δώσει εδώ.

Πέμπτη, 10 Ιουνίου 2010

Το Απέραντο Απέναντι και τα Χαμστεράκια, by R.



Ζέστη. Μεσημέρι Δευτέρας στη Θεσσαλονίκη. Ησυχία, σχετική – αν εξαιρέσω εκείνη τη γάτα που ουρλιάζει χωρίς λόγο και αιτία εδώ και μία ώρα. Πού και πού περνάει και κανένα αυτοκίνητο, έτσι , για να ξεγελιόμαστε ότι αυτό από κάτω είναι δρόμος και όχι μια γκρι, στραβή γραμμή που το μόνο που κάνει είναι να χωρίζει τις πολυκατοικίες σε δύο απέναντι όχθες. Ποταμού; Όχι φυσικά. Εμείς οι όχθες είμαστε μόνο – για ποτάμια απευθυνθείτε αλλού.

Και πόσο διάβασμα να αντέξεις; Έρχεται ο εγκέφαλος (ο ποιος;) και τρίζει στις απότομες στροφές, ‘παίζει’ νευρικά το πόδι, πρήζεται και το μάτι και γίνεσαι σαν το ρακούν απ’ την Ποκαχόντας - αλλά λιγότερο αξιαγάπητο και με πολύ (πάρα πολύ) λιγότερη ενέργεια για παιχνίδια και άλλα τέτοια συναφή. Και βγαίνεις στη βεράντα.

Βασικά, δεν ξέρω αν η δική μου θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «βεράντα». Δηλαδή, οκέικ, προεκτείνεται επαρκώς εξωτερικά του παραθύρου (πώς τα λέω η επιστημόνισσα;;) έχει κάγκελα, το σχετικό διαχωριστικό, μια βρυσούλα (ο Θεός να την κάνει) κ μπόλικη σκόνη, φύλλα, κάτι χαρτάκια απροσδιορίστου προελεύσεως, και άλλα πολλά που δεν δύναμαι να αναλύσω. Και τι έλεγα; Α, ναι, δε νομίζω, λοιπόν, ότι η δική μου είναι βεράντα, διότι δεν έχω καθίσει και ποτέ εκεί. Δεν έχουμε ούτε καρέκλα, ούτε καν ένα σκαμπό! Και κάτω δε γίνεται να καθίσω (βλ. παραπάνω). Όποτε βγαίνω, είμαι όρθια και είτε ανεβο-κατεβάζω την τέντα, ή απλώνω τα ρούχα (ντάξει, λέμε και καμιά μαλακία να περάσει η ώρα) . Αλλά πάντα όρθια. Οπότε είναι τώρα αυτό βεράντα; Δεν ξέρω. Είχα βγει, λοιπόν, να με ‘χτυπήσει’ λίγο το φως του ήλιου (γιατί για αέρα, ούτε λόγος) και να τσεκάρω αν ο έξω κόσμος είναι όπως τον θυμόμουν –

Με τον καφέ στο χέρι πλησίασα τα κάγκελα και άρχισα να στριφογυρίζω το βλέμμα μου εδώ κι εκεί, χωρίς να δίνω ιδιαίτερη σημασία. Στο μυαλό μου επέπλεε το θέμα της εργασίας - και η ενοχή ότι έπρεπε να την έχω ΗΔΗ τελειώσει. Τα απέναντι διαμερίσματα ήρεμα. Μεσημέρι γαρ. Μπαλκονόπορτες ορθάνοιχτες (ποιοι κλέφτες;) και κουρτίνες να ανεμίζουν σαν λάβαρα – έτσι όπως κοιτούσα, σαν στόματα μου φαίνονταν: έτοιμα να ουρλιάξουν κάτι αλλά τόσο μα τόσο σιωπηλά. Σαν να ήθελαν κάπως να εκφραστούν αλλά δεν ήξεραν σε ποια γλώσσα να μιλήσουν.

Σε μια βεράντα ένας κύριος. Κλασική αμφίεση «Ω, ναι, έχω μπυρο-κοιλιά αλλά δε με νοιάζει επειδή το καλοκαίρι επιτρέπεται να έχεις μπυρο-κοιλιά και να μη φοράς μπλούζα», ρουφούσε μανιωδώς από ένα κουτάκι χυμού (δε λέω τη μάρκα, μην κάνουμε και διαφήμιση – άμα θέλετε, κύριε Μέτοχε, μόνο υπαμοιβής!) και περιφερόταν γύρω-γύρω. Αυτά στον τέταρτο. Στον τρίτο τίποτα. Μόνο ένα τραπέζι πλαστικό, άσπρο, γεμάτο γλάστρες. Α, και ένα φτυαράκι παιδικό, αφημένο σε μιαν άκρη. Πορτοκαλί ήταν. Είχα κι εγώ ένα τέτοιο.

Στο δεύτερο, συνωστισμός! Μια λωρίδα μπαλκόνι, σαν περίσσιο ύφασμα μοδίστρας, χωρισμένο στα τρία – και πώς να ράψεις; Στη μία άκρη μία νεαρή γυναίκα με τσιγάρο στο χέρι και καφέ. Ενδυμασία «Σπίτι μου είμαι, ό, τι θέλω φοράω» (και καλά κάνεις, λέω ‘γω!), παραδίπλα το καροτσάκι και μέσα το παιδάκι της. Μη με ρωτάτε αν είναι αγόρι ή κορίτσι – δε βλέπω τόσο καλά μακριά (αφήστε που, ναι ντρέπομαι, αλλά δεν μπορώ να ξεχωρίσω αν τα μικρά είναι αγοράκια ή κοριτσάκια χωρίς κάποια ένδειξη, π.χ. φιογκάκι)! Κάπνιζε, κάπνιζε, ντουμάνιασε ο τόπος όλος! Αυτό το έρμο το παιδάκι, ότι γλίτωσε εννέα μήνες στην κοιλιά, τα «λούζεται» τώρα. Υποτίθεται θα το βγάζει έξω για να παίρνει καθαρό αέρα – λέω γω τώρα…

Στο ακριβώς διπλανό διαμέρισμα μια άλλη κυρία. Ενδυμασία «Ναι, με χωράει η ροζ μου η φόρμα ΜΕ ΤΙΣ ΠΑΓΙΕΤΕΣ από παραπρόπερσι που πήγαινα γυμναστήριο και τη φοράω ακόμα!» έπλενε κάτι χαλιά. Μέσα στο λιοπύρι, χαρά στο κουράγιο της. Πάντως, πρέπει να είναι πολύ νοικοκυρά (ή πολύ παστρικιά) γιατί όποτε κοιτάω απέναντι, πάντα κάτι πλένει. Ενίοτε σαπουνίζει και τα κάγκελα (ήμαρτον - και εγώ που νόμιζα ότι η γιαγιά μου είναι η μόνη ψυχοπαθής που πλένει το πεζοδρόμιο…).. Βασικά, το πρόσωπό της δεν μου έδινε την αίσθηση ότι το πολύ-ευχαριστιότανε αλλά, τέλος πάντων!

Στην άλλη άκρη, παραδίπλα απ’ την «Ευχαριστώ που δεν καπνίζετε» και δίπλα στην «Την Klinex τι την έχεις;;» μια κοπέλα στην ηλικία μου. Διάβαζε και αυτή η δόλια. Τα πόδια απλωμένα στα κάγκελα, καρέκλα γραφείου πρέπει να ήταν αυτό – δεν κάνω λάθος – και παρακεί ο καφές. Είχε αυτή την έκφραση … τη γνωστή. Πού είναι ίδια για όλους από τότε που κάποιος σαδιστής είπε: «Ρε σεις, δε δημιουργούμε και εξεταστικές, να μη ρουτινιάζουν τα παιδιά;;» Αυτή η έκφραση που δεν αντέχεις άλλο αλλά ΠΡΕΠΕΙ να αντέξεις λίγο παραπάνω. Λίγο. Να ‘βγει’ το κωλοκεφάλαιο και μετά θα πέσεις να ψοφήσεις για κανένα τρίωρο. Και μετά (μάλλον) θα είσαι καλύτερα.

Συνέχισα να ατενίζω το απέραντο απέναντι και να σκέφτομαι διάφορα.



Πώς είμαστε έτσι; Σαν τα χαμστεράκια στα pet-shop. Το καθένα έχει το σπιτάκι/κλουβάκι του όπου ζει με άλλα ζωάκια του ιδίου είδους, ενίοτε και μόνο του. Στοιβαγμένοι ο ένας πάνω στον άλλο (όχι, προς Θεού, δεν το διαλέξαμε εμείς, ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού μας έβαλε). Και, καμιά φορά, ξεμυτίζει κάποιος από εμάς για τόσο λίγο. Ίσα-ίσα να κάνει μια βολτίτσα στο πριονίδι ή να στροβιλιστεί για λίγο στη ρόδα. Μπορεί να πιεί λίγο νεράκι και μετά θα πάει πάλι μέσα. Πού αλλού; Δεν έχει και πολλά περιθώρια περιπλάνησης. Ένα τόσο δα κλουβάκι είναι. Και δεν φτάνει αυτό: από εδώ μέσα ο κόσμος είναι κάπως… όλο τετραγωνάκια. Σαν τσίγκινος, σαν πλεγμένος, σαν περιφραγμένος. Εκτός και αν κοιτάξεις προς τα μέσα. Εκεί τετραγωνάκια δεν έχει. Αλλά τι να λέει; Μέσα αν στρέψεις το βλέμμα, τη μούρη σου θα δεις και το πριονίδι που πατάς. Αυτά τα πολλά. Και τα ζωάκια περιμένουν να έρθει κάποιος. Περιμένουν να γίνουν «κάποιου», να γίνουν το «δικό μου» στην πρόταση ενός άγνωστου που θα αποφασίσει ευθαρσώς πού θα μεταθέσει τον εγκλεισμό τους. Και περιμένουν. Και τρέχουν ακατάπαυστα στη ροδίτσα.

Κοιτάζω το δρόμο κάτω απ’ το μπαλκόνι. «Κοίτα να δεις!», σκέφτομαι, « Αυτά τα χαμστεράκια γιατί περπατάνε στο δρόμο; Πώς βγήκαν; Θα πρέπει αυτή η μαλακία που στεγάζει τη ροδίτσα μου κάπου να έχει κάποια πόρτα! Δε γίνεται! Αυτοί πως βγήκαν;; … Αλλά, βασικά, ΕΓΩ πώς μπήκα εδώ μέσα;;;»

Την βρήκα τελικά την πορτίτσα. Ω, ναι, υπάρχει. Μικρή είναι, ίσα-ίσα που χωράς. Αλλά υπάρχει. Και, για δες, εδώ δεν έχει τετραγωνάκια! Όχι, δεν έχει! Τέλεια! Θα κάνω μία μεγάλη βόλτα και θα γυρίσω πίσω. Αλλά την πόρτα δεν θα την κλείσω γιατί και εγώ θα ξαναβγώ σύντομα, και άσε που μπορεί κάποιος να θέλει να μπει… Τι «γιατί να μπει κάποιος άλλος στο κλουβί σου;;» Τι ερωτήσεις είναι αυτές;; Πας καθόλου καλά; Δε βλέπεις ότι η ροδίτσα μου – απλά - «τα σπάει»;;;;



Αφιερωμένο σε όλες τις φοιτήτριες και τους φοιτητές που, τον καιρό αυτό, της εξεταστικής, βλέπουν τον πανέμορφο ήλιο μέσα από μικρά, συρμάτινα τετραγωνάκια. Όλοι στο ίδιο pet-shop είμαστε, το ξέρω. Το βλέπω. Απλά, θα προτιμούσα, αντί για το κλουβάκι μου, να ήμουν σε μια γυάλα…

Τις φωτογραφίες τις βρήκα εδώ, εδώ κι εδώ.

Τρίτη, 8 Ιουνίου 2010

Η ζωή μου χωρίς τηλεόραση



Αρκετούς μήνες πριν, κατά τη διάρκεια μιας καταιγίδας, έβλεπα τηλεόραση. Υπήρχαν δυνατές αστραπές, μπορεί και κεραυνοί -δεν μπορώ να τα ξεχωρίσω αυτά τα δύο. Σκέφτηκα πως δεν είναι κάτι σοβαρό, και δεν χρειάζεται να κλείσω την τηλεόρασή μου και τις άλλες ηλεκτρικές συσκευές. Κατάλαβα πως είχα άδικο όταν ξαφνικά έσβησαν τα φώτα και η τηλεόραση. Όταν επέστρεψε το ρεύμα, μετά από λίγα δευτερόλεπτα, τα φώτα άναψαν κανονικά. Η τηλεόραση όμως όχι.

Υπήρχε ήχος, αλλά όχι εικόνα. Χάθηκε η πεμπτουσία της τηλεόρασης. Ήμουνα σπίτι με μία άχρηστη συσκευή. Στην αρχή πανικοβλήθηκα. Δεν μπορούσα να φανταστώ πώς θα ήταν να ζω χωρίς την τηλεόραση ανοιχτή. Δεν παρακολουθούσα πάντα, απλά την είχα να παίζει σαν backround σε ό,τι έκανα. Όταν διάβαζα περιοδικά, βιβλία, εφημερίδες, όταν χάζευα στο ίντερνετ κτλ. Νομίζω πως ήθελα να νιώθω πως κάποιος μιλάει μέσα στο σπίτι όσο εγώ δεν μιλούσα.

Αφού δοκίμασα να τη βγάλω 2-3 φορές από την πρίζα (αλήθεια γιατί το κάνουμε όλοι αυτό με την ελπίδα να δουλέψει;;) και την ανοιγόκλεισα άλλες τόσες, πήρα τηλέφωνο νευριασμένος σε κάποιον που ήξερε για να μου πει πως μάλλον κάηκε η κάρτα εικόνας. Τότε κατάλαβα ότι δεν γίνεται κάτι άμεσα και η πιο εύκολη λύση ήταν να αγοράσω μια άλλη συσκευή μέχρι να φτιαχτεί η παλιά μου.

Έτσι επέστρεψα στον υπολογιστή, για να αρχίσω την αναζήτηση. Την επόμενη μέρα έκανα ό,τι και την προηγούμενη, ό,τι έκανα κάθε μέρα δηλαδή, αλλά με την τηλεόραση κλειστή. Άρχισα να ακούω ακόμα πιο φανατικά ραδιόφωνο, να μαθαίνω νέες εκπομπές, νέους σταθμούς, και όλα κυλούσαν μια χαρά.

Βέβαια, δεν είχα απεξαρτηθεί τελείως. Έβλεπα ειδήσεις στο site του ΣΚΑΪ που τις δείχνει απευθείας, και στο site του Mega αργότερα το βράδυ που "ανέβαζαν" το δελτίο. Συνέχισα να παρακολουθώ τις 2-3 σειρές κι εκπομπές χρησιμοποιώντας το greek-movies. Αλλά το να είναι συνέχεια ανοιχτή -όσο είμαι σπίτι- δεν ίσχυε πια.

Κατάλαβα τελικά πως είναι μια εύκολη λύση για "παρέα". Όχι ουσιαστική ή πραγματική παρέα. Μια πλασματική για όση ώρα εσύ θες να είσαι μόνος, ή δεν μπορείς να είσαι με κάποιον άλλον. Μας έμαθαν από μικρούς να βλέπουμε τηλεόραση. Πλέον τα μικρά παιδιά παίζουν αποκλειστικά μπροστά σε αυτήν. Νιώθω τυχερός που πρόλαβα το στάδιο που δεν συνέβαινε αυτό. Παίζαμε κι εμείς με ηλεκτρονικά, αλλά σε πολύ μεγαλύτερο ποσοστό παίζαμε στη γειτονιά.

Επίσης, συνειδητοποίησα πόσα πράγματα έβλεπα που δεν άξιζαν. Αυτό που ήθελα πραγματικά να δω, και που ήταν απαραίτητο για την ψυχαγωγία ή την ενημέρωσή μου το κυνηγούσα και το έβλεπα μέσω ίντερνετ.

Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν να αλλάξω αρκετά τον τρόπο με τον οποίον αντιμετώπιζα την τηλεόραση. Εννοείται πως αγόρασα μια άλλη -αλλά αυτό έγινε μετά από 2-3 μήνες. Πλέον όμως είχα καταλάβει πως έπρεπε να αλλάξω συμπεριφορά απέναντί της.

Αισθάνομαι τυχερός που η απροσεξία μου έκαψε την παλιά μου τηλεόραση. Τυχερός γιατί "γνώρισα" νέα πράγματα, και απέκτησα νέες συνήθειες. Από τους 2-3 σταθμούς που άκουγα πλέον ακούω Μελωδία, Δεύτερο Πρόγραμμα, Τρίτο Πρόγραμμα, Εν Λευκώ, Best, Στο Κόκκινο, Republic, Imagine, Βήμα FM, ΣΚΑΪ. Άρχισα να έχω στο μυαλό μου πότε είναι η κάθε εκπομπή για να την ακούσω. Ακούω την Όλγα Λασκαράτου στον Μελωδία τα σαββατοκύριακα που είμαι σπίτι, και τα Σάββατα ακούω την εκπομπή "Ο καλεσμένος του Μελωδία" που είναι πριν από αυτήν. Όποτε μπορώ ακούω τους Laternative στον ΣΚΑΪ, τον Θανάση Μήνα Στο Κόκκινο, τον Χρήστο Πορτοκάλογλου στον Republic και πολλές ακόμα εκπομπές. Για ένα διάστημα ξυπνούσα επίτηδες πρωί για να ακούω τον Κωνσταντίνο Τζούμα με τη μουσική της Kafka στον Εν Λευκώ(πλέον ευχαριστώ τη διαχειρίστρια αυτού του site που "ανεβάζει" τις εκπομπές του).

Έμαθα νέες μουσικές, εμβάθυνα στις παλιές, άρχισα να ακούω κλασσική. Έμαθα το site e-tetradio κι έγινα φανατικός αναγνώστης του. Είδα νέες σειρές στον υπολογιστή -ξένες κυρίως-, και πολλές ταινίες που δεν είχα δει.

Γενικά αισθάνομαι πολύ τυχερός. Πλέον βλέπω λιγότερη τηλεόραση. Θέλω να πιστεύω πως έμαθα να βλέπω την "καλή" της πλευρά. Κυρίως όμως έμαθα πως το κουμπί ΟΝ εκτός του ότι ανοίγει την τηλεόραση, μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για να την κλείσεις.



Τις εικόνες τις βρήκα ψάχνοντας στο google εδώ κι εδώ.

Σάββατο, 5 Ιουνίου 2010

Το άλλοθι της ομπρέλας.



Είναι κάποιες μέρες που ξυπνάς και τι περιμένεις γεμάτες. Γεμάτες δραστηριότητα. Συναντήσεις, βόλτες, καφέδες, κινηματογράφος, βόλτες, βιβλία, αγορές.. Κάποια από αυτά, μπορεί και όλα μαζί, θα συμβούν. Υπάρχει περίπτωση. Δεν συγκεντρώνει πολλές πιθανότητες αυτό το σενάριο, αλλά δεν είναι και απίθανο. Είναι σχεδόν απίθανο.

Αυτές τις μέρες το πιθανότερο είναι πως θα κάνεις ένα μόνο πράγμα: Τίποτα. Είναι κάτι μουντές μέρες με συννεφιά- πόσο κλισέ ακούγεται αυτό. Συνήθως βρέχει- ακόμα πιο κλισέ. Αλλά τουλάχιστον η βροχή σου δίνει μια δικαιολογία, ένα άλλοθι. Ή μια ευκαιρία για στομφώδεις δηλώσεις όπως: "Μα ποιος να βρέχεται τώρα;;" ή "Ομπρέλα;; Απαπά!! Οι ομπρέλες που μου αρέσουν δεν ταιριάζουν με το ντύσιμό μου. Οι μικρές είναι ξενέρωτες.".

Τόσο απλά μπορεί μια φανταστική μέρα- όπως την είχες στο μυαλό σου τουλάχιστον- να καταλήξει σε φιάσκο. Σε ένα μεγάλο τίποτα δηλαδή. Τότε περνάς τη μέρα σου όπως και τις υπόλοιπες, μη "φανταστικές" μέρες. Ανάμεσα σε δύο οθόνες. Του υπολογιστή και της τηλεόρασης.

Υπάρχουν και κάποιες άλλες μέρες. Είναι εκείνες που οι γεμάτες στόμφο δηλώσεις δεν βγαίνουν απ'το στόμα σου, αλλά καταλήγουν στα αυτιά σου. Εκείνες τις μέρες αναγκάζεσαι να τις περάσεις όπως και τις υπόλοιπες. Εγκλωβισμένος ανάμεσα σε αυτές τις δύο οθόνες. Το τηλέφωνο του απεγκλωβισμού σου παραμένει βουβό.