Σάββατο, 7 Μαρτίου 2015

Τα συστατικά στοιχεία ενός σπουδαίου διανοούμενου

Tony Judt
The Memory Chalet
εκδ. Penguin, σελ. 240














Εδώ και λίγες εβδομάδες τα social media έχουν κατακλυστεί με βίντεο όπου οι χρήστες κάνουν το Ice Bucket Challenge. Την περασμένη Κυριακή, η ένωση για το ALS ανακοίνωσε πως συγκεντρώθηκαν εκατό εκατομμύρια δολάρια, και όλοι εξοικειωθήκαμε με την αρρώστια που λέγεται Αμυοτροφική Πλευρική Σκλήρυνση. Ενας από τους διασημότερους ασθενείς ήταν ο ιστορικός Τόνι Τζαντ, ο οποίος διαγνώστηκε με τη νόσο το 2008. Τα βράδια, πριν κοιμηθεί, κι ενώ η νόσος ήταν ήδη προχωρημένη, άρχισε να χρησιμοποιεί την τεχνική απομνημόνευσης που είναι γνωστή ως «παλάτι της μνήμης», ανασύροντας ιστορίες από τη ζωή του. Τα πρωινά τις διηγούνταν στη βοηθό του και αυτή τις κατέγραφε. Παρότι δεν σκόπευε να τις δημοσιοποιήσει, οι φίλοι του και ο ατζέντης του τον έπεισαν να δημοσιεύσει αρχικά κάποιες από αυτές στο New York Review of Books και, τελικά, εκδόθηκαν όλες σε αυτό το βιβλίο. Ευτυχώς.

Αποκτούμε έτσι προνομιακή πρόσβαση στη σκέψη του συγγραφέα, μέσω της παράθεσης στιγμών από κάθε φάση της ζωής του. Με αφορμή τη γειτονιά του, το λεωφορείο που έπαιρνε για το σχολείο, ή τη λιτότητα με την οποία μεγάλωσαν τα παιδιά της εποχής του, αναπαριστά τις συνθήκες που επικρατούσαν στο μεταπολεμικό Λονδίνο. Αναφέρεται επίσης στις προτιμήσεις και τις συνήθειες των γονιών του, αποκαλύπτοντας στρώσεις από το παρελθόν της οικογένειάς του. Ο λογοτέχνης, που του πρότειναν κάποτε να γίνει, συναντιέται με τον ιστορικό, που τελικά έγινε. Η μικροϊστορία της προσωπικής του οπτικής γίνεται ταυτόχρονα και μακροϊστορία μέσα από την ατμόσφαιρα που περιγράφει.

Το ενδιαφέρον του για την πολιτική διατρέχει ολόκληρο το βιβλίο, όπως εκείνη σημάδεψε τη ζωή του. Το 1968 ήταν είκοσι χρόνων. Εζησε τις επαναστάσεις της Δυτικής Ευρώπης, γοητεύτηκε από τους διάφορους «-ισμούς» που ήταν τότε στη μόδα, πέρασε μέχρι και από κιμπούτς για να καταλήξει από πολύ νωρίς, όπως ο ίδιος ομολογεί, σε αυτό που ήταν μέχρι τέλους: ένας καθ’ όλα σοσιαλδημοκράτης. Απεχθανόταν τις ιδιωτικοποιήσεις θεωρώντας τες υπεύθυνες για την παρακμή του σιδηροδρόμου και την ακρίβεια των αστικών συγκοινωνιών στη Μ. Βρετανία, ενώ εκτιμούσε όσους δεν ήθελαν να κυνηγήσουν το εύκολο κέρδος και επέλεξαν να εργαστούν σε θέσεις του Δημοσίου, σε επαγγέλματα σχετικά με την παιδεία και την κοινωνική προσφορά.

Από παντού αναδίδεται μια έντονη αίσθηση νοσταλγίας. Το σήμερα συγκρίνεται με το χθες και φαίνεται να ηττάται. Ωστόσο, δεν είναι επιεικής με τη γενιά του. Καταλογίζει τις ευθύνες που της αναλογούν με κάθε δυνατή ευκαιρία, αναγνωρίζοντας όμως ότι οι άνθρωποί της είχαν περισσότερες δυνατότητες στην επαγγελματική τους αποκατάσταση απ’ ό,τι οι επόμενες γενιές.

Παρά τις ομοιότητες που υπάρχουν με το «Πριν το τέλος» του Κρίστοφερ Χίτσενς (Μεταίχμιο, 2013, μτφρ. Κατερίνα Σχινά), πρόκειται για ένα αρκετά διαφορετικό βιβλίο, καθώς δεν αφορά ολοκληρωτικά την ασθένεια του συγγραφέα. Ο ίδιος εξάλλου συνέχισε να δίνει συνεντεύξεις, ομιλίες, ακόμα και να γράφει βιβλία, παρόλο που η καθημερινότητά του γινόταν ολοένα και πιο δύσκολη.

Τα τρένα

Εκτός από τα εισαγωγικά κείμενα, αναφέρεται στο ALS ελάχιστα, με πιο χαρακτηριστικές στιγμές την επιφυλλίδα σχετικά με τα τρένα και αυτή σχετικά με τις λέξεις. Η σχέση του Τόνι Τζαντ με τα τρένα είναι γνωστή στην Ελλάδα, εξαιτίας του βιβλίου που εκδόθηκε πρόσφατα από το ΜΙΕΤ. Οπότε δεν προκαλεί έκπληξη όταν γράφει πως το πιο καταθλιπτικό γι’ αυτόν είναι ότι δεν θα ταξιδέψει ποτέ ξανά πάνω σε ράγες – αυτός, ένας άνθρωπος που μετράει την Ευρώπη σε χρόνο τρένου. Αλλά και στις «Λέξεις», το κείμενο στο οποίο εξομολογείται πως η ομιλία είναι «το νόημα της ενήλικης ύπαρξης», διαβάζουμε ότι εκείνος που ζούσε από τη γραφή και δίνοντας διαλέξεις, τη στιγμή που γράφει αυτές τις επιφυλλίδες, μπορεί μόνο να μεταμορφώνει «τις σκέψεις σε λέξεις», και όχι πια «τις λέξεις σε ομιλία».

Το βιβλίο αυτό είναι σημαντικό γιατί ανακαλύπτουμε τα συστατικά που δημιούργησαν αυτόν τον σπουδαίο διανοούμενο. Σοσιαλδημοκράτης και ελιτιστής· ιστορικός με πολλές ευρωπαϊκές λογοτεχνικές αναφορές· Αμερικανός κατά τύχη, αλλά Νεοϋορκέζος από επιλογή· Αγγλος που λατρεύει το Λονδίνο, αλλά θα ήθελε να μπορούσε να πεθάνει σε ένα γραφικό χωριό των Ελβετικών Αλπεων. Σε μια εποχή που δεν συνηθιζόταν, απέφυγε τον πλήρη εναγκαλισμό κάθε είδους ταυτότητας. Ενας άνθρωπος γεμάτος ετερόκλητα χαρακτηριστικά, όπως η γεύση που θα τον γύριζε στο ιδανικό παρελθόν του: «Ινδικό ψωμί, βουτηγμένο σε εβραϊκή σούπα, σερβιρισμένο από έναν σερβιτόρο με καταγωγή από τη Μαντράς που μιλάει γίντις».

Ο Τόνι Τζαντ πέθανε τον Αύγουστο του 2010, τρεις μήνες πριν από την έκδοση του «Memory Chalet».



Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, Τέχνες και Γράμματα, 07.09.2014

Τετάρτη, 4 Μαρτίου 2015

Μια ηρωίδα από την Ισλανδία του 19ου αιώνα

Χάνα Κεντ
Έθιμα Ταφής
μετ.: Μαρία Αγγελίδου
εκδ.: Ίκαρος, σελ. 420











Η Ισλανδία είναι μια χώρα μακρινή, σχεδόν εξωτική στα μάτια των περισσότερων. Η ατμόσφαιρα που αποπνέει συνοψίζεται στην αίσθηση που βγάζει η πιο προβεβλημένη Ισλανδή ποπ σταρ, η Μπγιορκ. Είναι απόμακρη, αιθέρια και παγωμένη, αλλά δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη. Δεν ήταν όμως αυτά τα χαρακτηριστικά που έκαναν τη Χάνα Κεντ, την εικοσιοκτάχρονη συγγραφέα με καταγωγή από την άλλη άκρη της γης -την Αυστραλία-, να τοποθετήσει το λογοτεχνικό της ντεμπούτο εκεί. Αυτό που την οδήγησε στη Βόρεια Ισλανδία του 19ου αιώνα ήταν η τραγική ιστορία της Αγκνες.

Η Αγκνες είναι η κεντρική ηρωίδα του συναρπαστικού μυθιστορήματος «Εθιμα Ταφής». Πρόκειται για πρόσωπο υπαρκτό, υπηρέτρια σε διάφορα αγροκτήματα, που καταδικάστηκε μαζί με μια νεαρή κοπέλα κι έναν άντρα για τον φόνο δύο αντρών. Ο ένας εκ των δύο ήταν ο τελευταίος εργοδότης και εραστής της. Το όνομά της έχει μείνει γνωστό γιατί ήταν η τελευταία γυναίκα που αποκεφαλίστηκε στην Ισλανδία.

Το ενδιαφέρον της Χάνα Κεντ επικεντρώνεται στο να πει την ιστορία της Αγκνες. Μέσα από τα δικά της μάτια, με τα σημερινά φίλτρα σχετικά με τη θέση της γυναίκας στον κόσμο, μελετά τα αρχεία και επανασυστήνει με πιστότητα μία ηρωίδα διαφορετική από τις υπόλοιπες γυναίκες της περιοχής της και της εποχής της. Η Αγκνες δεν ήταν θρησκευόμενη, παρότι είχε λάβει την υποχρεωτική θρησκευτική εκπαίδευση και γνώριζε απέξω αποσπάσματα από την Αγία Γραφή. Πίστευε σε σάγκες και παραδοσιακές δοξασίες, τις οποίες αναπαρήγαγε με μεγάλη ευκολία σε συζητήσεις. Η μητέρα της ήταν και αυτή υπηρέτρια - η ταυτότητα του πατέρα της παρέμενε συγκεχυμένη. Παρά την ιδιότητά της, ήταν μορφωμένη και τολμηρή. Εκανε έρωτα με άντρες για απόλαυση, χωρίς να έχει δεσμό. Ολα αυτά δικαιολογούν εν μέρει την αντιμετώπιση που είχε. Από την πρώτη στιγμή όλοι τη θεώρησαν ένοχη, αυτουργό της δολοφονίας των δύο αντρών, σε αντίθεση με τη συγκατηγορουμένη της, στην οποία από την αρχή έδειξαν μεγαλύτερη επιείκεια λόγω της αθωότητας που συνεπαγόταν η ηλικία της. Η συγγραφέας δεν διστάζει να θέσει έτσι στο στόχαστρο την κοινωνία της Βόρειας Ισλανδίας για την καταδίκη και την κατάληξη της Αγκνες, να στηλιτεύσει όλους αυτούς τους φανατικά πιστούς που διέδιδαν τις φήμες που άκουγαν, δυσχεραίνοντας τη θέση της ηρωίδας του μυθιστορήματος.

Η δύναμη της πραγματικής ιστορίας εισβάλλει στη μυθοπλασία της Κεντ με μια επιλογή από επίσημα έγγραφα που συναντούμε στην αρχή κάθε κεφαλαίου: γράμματα, δικαστικές αποφάσεις, μαρτυρίες, ακόμα και ποιήματα τα οποία συνέλεξε η συγγραφέας κατά τη διάρκεια της έρευνάς της. Αυτό το συγγραφικό τέχνασμα μας επαναφέρει από τη μυθοπλασία στην πραγματικότητα και τούμπαλιν, δίνοντας στην ιστορία τη δύναμη της μη μυθοπλαστικής αφήγησης. Σύμμαχος αυτού είναι και η γλώσσα: λιτή και κοφτερή στα περιγραφικά κομμάτια του βιβλίου, συγχρονίζεται με την εποχή, τον τόπο, το ψυχρό τοπίο και τα συναισθήματα που θέλει να προκαλέσει· πιο λυρική και κρυπτική στους εσωτερικούς μονολόγους της Αγκνες. Στοιχεία της έρευνας που έχει κάνει η Κεντ εντοπίζονται και στις περιγραφές της αγροτικής ζωής της εποχής, των κλιματικών δυσκολιών, το πώς αυτές αντιμετωπίζονταν, αλλά και στις ανατριχιαστικές αναπαραστάσεις της σφαγής των ζώων και της μετέπειτα εκμετάλλευσης και συντήρησης του κρέατός τους.

Οι περισσότεροι χαρακτήρες που συναντούμε στο μυθιστόρημα -κάποιοι από αυτούς υπαρκτά πρόσωπα, άλλοι όχι- είναι ήρωες που αναδεικνύουν κομμάτια της ιστορίας και του χαρακτήρα της Αγκνες. Η αφήγηση καταγράφει τους τελευταίους μήνες της ζωής της σε ένα αγρόκτημα όπου φυλάσσεται μέχρι την εκτέλεσή της. Σε αυτό το διάστημα, συνδιαλέγεται με τα μέλη της οικογένειας που τη φιλοξενεί, τους εργάτες και τους γείτονες καθώς και με τον ιερωμένο που έχει αναλάβει την κατήχησή της. Η ταυτότητα των χαρακτήρων αρχικά μοιάζει μονοδιάστατη, όσο όμως εξελίσσεται η ιστορία και αυξάνεται η τριβή των ηρώων με την Αγκνες, οι αποχρώσεις των σχέσεων γίνονται πιο λεπτές και πολυεπίπεδες, και το βάθος στη μεταξύ τους επικοινωνία χτίζεται επιτυχώς, με ιδιαίτερη ένταση, συναισθηματική φόρτιση και στοιχεία συμπάθειας να ξεπροβάλλουν.

Πλησιάζοντας στο φινάλε, η ιστορία της τραγικής γυναίκας ξεδιπλώνεται αργά, κάνοντας ακόμα πιο πνιγηρή την ήδη βαριά ατμόσφαιρα. Γινόμαστε σταδιακά κοινωνοί της αλήθειας της Αγκνες, γιατί η ουσία και ο στόχος του βιβλίου βρίσκεται εκεί. Η κατάληξη μάς είναι γνωστή εκ των προτέρων, η ηρωίδα είναι ήδη καταδικασμένη και από το δικαστήριο αλλά και από την κοινωνία. Η Χάνα Κεντ κερδίζει το στοίχημά της, αφού κάνει τον αναγνώστη γρήγορα να μην ενδιαφέρεται τόσο για τη γνώση, για το ποιος ήταν δηλαδή υπεύθυνος για τις δολοφονίες, αλλά για την κατανόηση αυτής της δραματικής ηρωίδας.


Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, Τέχνες και Γράμματα, 15.02.2015

Η δύναμη της αφήγησης

Ντέιβιντ Πλαντ
Ο Αγνός Εραστής. Μια εξομολόγηση
μετ.: Ηλίας Μαγκλίνης
εκδ.: Εστία, σελ. 160















Τρεις είναι οι λόγοι που κάνουν το βιβλίο του Ντέιβιντ Πλαντ να ξεχωρίζει: Πρώτον, ανήκει στο είδος της αυτοβιογραφικής εξομολόγησης, που συναντάται σπάνια στην εγχώρια λογοτεχνική παραγωγή. Δεύτερον, μας συστήνει ένα συγγραφέα ο οποίος, παρά τους στενούς δεσμούς και την αγάπη του για την Ελλάδα, παρέμενε άγνωστος. Τρίτον, και σημαντικότερο, είναι ένα βιβλίο που εξυμνεί τη δύναμη της αφήγησης. Με αφορμή τον χαμό του συντρόφου του, Νίκου Στάγκου, ο Πλαντ γράφει για τη ζωή του, τη ζωή του Στάγκου και τη ζωή τους. Η απώλεια γίνεται η εκκίνηση και η επούλωση του πένθους ο στόχος. Η αφήγηση είναι κομψή και λιτή, αναμετράται με τον δύσκολο και δύστροπο β΄ ενικό, με κοφτές φράσεις, που απλώνεται σε βάθος και όχι σε μάκρος. Ενα βιβλίο δυνατό μέσα στην απλότητά του, που η δύναμή του βρίσκεται μέσα στα πρωταρχικά αισθήματα που το δημιούργησαν: τον έρωτα, την απώλεια, το πένθος και την αγάπη.


Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, Τέχνες και Γράμματα, 21.12.2014

Χαρτογραφώντας τη δεκαετία του 1980

Βασίλης Βαμβακάς - Παναγής Παναγιωτόπουλος (επίμ.)
Η Ελλάδα τη δεκαετία του '80. Κοινωνικό, πολιτικό και πολιτισμικό λεξικό
εκδ. Επίκεντρο, σελ. 730










Ήταν η πρώτη «κανονική» δεκαετία για την Ελλάδα μετά τον πόλεμο, με ελευθερία και δημοκρατία. Μια δεκαετία με αλλαγές, στην οποία οι δυνάμεις του ευρωπαϊκού εκσυγχρονισμού της κοινωνίας αντιστρατεύθηκαν πολλούς, παλαιότερους και νεότερους αρχαϊσμούς. Η άνοδος του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, η θεσμοθέτηση έπειτα από πολύ καιρό κανόνων χειραφέτησης και ελευθερίας, η κατάκτηση του πλουραλισμού στον Τύπο αλλά και η άνοδος των ιδεολογιών του λαϊκισμού, και ιδίως η εδραίωση του «αυριανισμού», έπαιξαν ρόλο στην περαιτ έρω εξέλιξη της ελληνικής πολιτικής, κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής. Γιατί όμως η δεκαετία του 1980 είναι «πλουσιότερη απ’ όσο μας λένε οι επικριτές της, πιο πεζή απ’ όσο τη βλέπουν οι νοσταλγοί της»; Αναδημοσίευση από το Books' Journal 50, Δεκέμβριος 2014[TBJ] 


Η δεκαετία του 1980, για κάποιον που γεννήθηκε στο τέλος της και δεν την έχει ζήσει, είναι ένας εν πολλοίς άγνωστος αλλά την ίδια στιγμή πολύ οικείος τόπος. Οι πολιτισμικές, κοινωνικές και πολιτικές αναφορές με τις οποίες μεγάλωσε είναι ευθέως συνδεδεμένες με αυτή τη δεκαετία. Φιλτράρονται όμως από την χρονική απόσταση με την οποία τις προσλαμβάνει και με τη συνηθισμένη παρελθοντολαγνική διάθεση που τα κάνει όλα να φαίνονται καλύτερα σε κάποια περασμένη εποχή.


Όσον αφορά το πολιτισμικό και κοινωνικό πεδίο, τα 80s είναι κάπως εξωραϊσμένα και εξαγνισμένα σήμερα. Η ξένη μουσική και οι ξένες ταινίες της περιόδου έχουν αρχίσει να καταναλώνονται και πάλι στην Ελλάδα, αυτή τη φορά όμως σαν «σοβαρά» πολιτισμικά προϊόντα, χάνοντας την καλτ τους διάσταση. Το ίδιο συμβαίνει και με την αντίστοιχη ελληνική πολιτισμική παραγωγή, στην κατανάλωση της οποίας όμως η εξισορρόπηση μεταξύ σοβαρού και καλτ είναι πιο δυσδιάκριτη. Όσο περισσότερο αναπτύσσεται το διαδίκτυο, η χρήση των social media, και η προσκόλληση στα κινητά τηλέφωνα, τόσο βλέπουμε να νοσταλγούνται οι εποχές της απουσίας όλων αυτών των τεχνολογικών εξελίξεων, των ραντεβού που δεν μπορούσες να μεταβάλλεις την τελευταία στιγμή με ένα sms και της τηλεπικοινωνίας μόνο με σταθερό τηλέφωνο. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και με το πεδίο της πολιτικής. 
Το 2010, όταν και πρωτοεκδόθηκε το λεξικό, ήταν η χρονιά που η χώρα μας έμπαινε σε αυτή τη μεγάλη κρίση. Τότε, στον δημόσιο διάλογο παρατηρήθηκε μια διάθεση συλλογικής αυτοκριτικής, για να δούμε τι, ποιος, και σε ποιο βαθμό ευθυνόταν για το ότι φτάσαμε εδώ. Μια από τις βασικές απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα, ο πιο συνηθισμένος ένοχος, ήταν «η δεκαετία του ’80». Η αλήθεια είναι ότι αυτός ο διάλογος δεν έγινε ποτέ σε βάθος ούτε με απόλυτη ειλικρίνεια, γιατί ανακόπηκε σχετικά απότομα, μια και το ενδιαφέρον μετατοπίστηκε γρήγορα στη διαμάχη σχετικά με τον τρόπο σωτηρίας της χώρας. Σήμερα, τέσσερα χρόνια αργότερα, το Λεξικό επανεκδίδεται σε μια στιγμή που η δεκαετία του 1980 έχει εγγραφεί στο συλλογικό υποσυνείδητο ως η «αρχή του κακού», και ενώ συνιστά εύκολο στόχο για όλα τα κακώς κείμενα
Μεταξύ εκσυγχρονισμού και αρχαϊσμού 
Διαβάζοντας ωστόσο την εισαγωγή των επιμελητών, υπάρχει η αίσθηση πως η δεκαετία του 1980 είναι μια αδικημένη εποχή. Η περίοδος αυτή ήταν, κατά βάση, μεταβατική, με πολλαπλούς μετασχηματισμούς. Στόχος ήταν να συγχρονιστούν τα εγχώρια πολιτικά, κοινωνικά και τεχνολογικά πεδία με τα αντίστοιχα του εξωτερικού, που ήταν από χρόνια ανεπτυγμένα. Η δεκαετία του 1980 μπορεί να θεωρηθεί, έτσι, για την Ελλάδα, η πρώτη κανονική δεκαετία μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Μέσω της αναδιανομής του εισοδήματος, δημιουργήθηκε η μεσαία τάξη, η ύπαρξη της οποίας είναι ισχυρό δείγμα κανονικότητας. Η κοινωνική κινητικότητα θεμελιώθηκε ως υπαρκτή δυνατότητα και οι ανισότητες μειώθηκαν. Ταυτόχρονα προχώρησε και ο εκδημοκρατισμός των θεσμών, παρά τη γενικότερη αγκίστρωση στην παράδοση.
Φυσικά και δεν ήταν όλα ρόδινα. Ο λαϊκισμός και η υπερπολιτικοποίηση πρωταγωνιστούσαν στην πολιτική καθημερινότητα, και οι συγκρούσεις όλων των υπαρκτών διπόλων αυξάνονταν αντί να αποκλιμακώνονται. Η δεκαετία του 1980 ήταν μια αντιφατική δεκαετία, με δείγματα νεωτερικότητας και αρχαϊσμού, εκσυγχρονισμού και οπισθοδρόμησης. Αυτή η ερμηνεία στην ανάλυση των επιμελητών είναι εμφανής και από τον τίτλο της εισαγωγής: «Κοινωνκός εκσυγχρονισμός, πολιτικός αρχαΐσμός, πολιτισμικός πλουραλισμός», με τα δύο θετικά (εκσυγχρονισμός-πλουραλισμός) να διαχωρίζονται από ένα αρνητικό (αρχαϊσμός)
 Ευφάνταστα λήμματα, ανορθόδοξο στυλ
 Στόχος του λεξικού είναι να φωτίσει αυτή τη δεκαετία αναδεικνύοντας όλες τις αντιφάσεις της. Οι αρχικοί διαχωριστικοί τομείς είναι τρεις: ο κοινωνικός, ο πολιτικός και ο πολιτισμικός. Με εκκίνηση αυτές τις τρεις θεματικές, αναπτύσσονται 264 λήμματα, από 145 συγγραφείς. Κάθε συγγραφέας έχει την απαραίτητη εξειδίκευση στη θεματική του λήμματος (ή των λημμάτων) που έχει αναλάβει να καλύψει. Αυτό έχει αποτέλεσμα κάθε λήμμα να είναι τεκμηριωμένο πλήρως και ανεπτυγμένο σε βάθος. Η προσωπική τοποθέτηση –επιστημονική, ιδεολογική, σίγουρα όχι πολιτικά φορτισμένη– δεν αποσιωπάται, κάνοντας την ανάγνωση πιο απολαυστική, και σίγουρα χωρίς να γίνεται έκπτωση στην επιστημονικότητα ή στην αντικειμενικότητα που οφείλει να φέρει ένα λεξικό
Συχνά, ο αναγνώστης έχει την αίσθηση ότι το λεξικό μιμείται στυλιστικά τον ανορθόδοξο χαρακτήρα της δεκαετίας με έναν πολύ ενδιαφέροντα τρόπο. Δίπλα σε αναμενόμενα λήμματα, όπως εκείνο της 17ης Νοέμβρη, του Ανδρέα Παπανδρέου και του Μάνου Χατζιδάκι, που ο αναγνώστης θα αναζητούσε κατά προτεραιότητα, βρίσκονται λήμματα για τη Βαβέλ, το Δρομέα και τον Στάθη Ψάλτη. Δίπλα στα μεγάλα –ή φαινομενικά μεγάλα– μεγέθη, υπάρχουν μικρότερα, τα οποία όμως με την ένταξή τους στο λεξικό αποδεικνύουν πόσο επηρέασαν απ’ τη μεριά τους την ελληνική κοινωνία.
Ανορθόδοξες είναι επίσης και οι δυνατότητες ανάγνωσης που προτείνονται στον αναγνώστη. Μια δυνατότητα είναι αυτή που υπάρχει στο τέλος κάθε λήμματος. Εκεί προτείνονται άλλα συναφή λήμματα, με αποτέλεσμα να καλύπτεται μεγάλο κομμάτι μιας συγκεκριμένης θεματικής σχετικά εύκολα. Άλλη δυνατότητα, πιο ενδιαφέρουσα κατά τη γνώμη μας, είναι εκείνη μέσω του εννοιολογικού / θεματικού ευρετηρίου που βρίσκεται στο τέλος. Αυτή προσφέρει αφ’ ενός πολύ μεγαλύτερη εμβάθυνση στις επί μέρους θεματικές που διατρέχουν τη δεκαετία, αφ’ ετέρου προκαλεί ευχάριστη εκπλήξη εξαιτίας των λημμάτων που μπορεί να συναντήσει κανείς εκεί και τα οποία αναδεικνύουν λιγότερο προφανείς μεταξύ τους συνδέσεις. Για παράδειγμα, κάτω από την έννοια Εκσυγχρονισμός συναντούμε ως συναφή πρόταση ανάγνωσης το Οικογενειακό Δίκαιο, αλλά και τα Goody's, ενώ κάτω από την έννοια Νεοσυντηρητισμός εκτός από τους Νεοορθόδοξους συναντούμε και το Κιτς.
Εκτός όμως από τα λήμματα, το λεξικό φιλοξενεί στις σελίδες του και έναν σημαντικό όγκο αρχείων, φωτογραφιών και ντοκουμέντων. 770 τεκμήρια συνοδεύουν και εμπλουτίζουν τα αντίστοιχα κείμενα. Από αφίσες πολιτικών κομμάτων και εξώφυλλα περιοδικών και εφημερίδων, μέχρι φωτογραφίες από χαρακτηριστικές στιγμές της δεκαετίας. Αυτά, σε συνδυασμό με τον πρωτοποριακό χαρακτήρα του λεξικού και την πρωτογενή έρευνα, το καθιστούν έργο πολύτιμο και διαχρονικό. 

Μια επανέκδοση πολύ επίκαιρη
Φυσικά δεν μπορούμε να παραβλέψουμε πόσο χαρακτηριστικά επίκαιρες είναι σήμερα οι περισσότερες θεματικές. Όντως, είναι δύσκολο να αποφύγει κανείς συνδέσεις και προβολές της καθημερινότητάς μας σε εκείνη της δεκαετίας του 1980. Για παράδειγμα, αν στο λήμμα Ελλείμματα και Χρέος, όπου ο συγγραφέας περιγράφει την οικονομική πολιτική της χώρας τη δεκαετία του 1980 και τις συνέπειες της εγκατάλειψης της δημοσιονομικής πειθαρχίας, αλλάξει κανείς τις ημερομηνίες και τα οικονομικά μεγέθη, έχει την αίσθηση ότι διαβάζει ανάλυση για τους λόγους για τους οποίους ξέσπασε η κρίση στη χώρα μας το 2010. Ή στο λήμμα Λαϊκισμός, όπου πληροφορούμαστε την καταγωγή του όρου που πρωταγωνίστησε τη δεκαετία του 1980, δεν γίνεται να μην κάνουμε τη σύνδεση με τις χρήσεις του όρου που γίνονται σήμερα. Τέλος, η Αυριανή μπορεί να μην κυκλοφορεί πια (τουλάχιστον όχι με αυτό το όνομα), αλλά ο αυριανισμός είναι ακόμα εδώ: όπως μας πληροφορεί το σχετικό λήμμα, ο αυριανισμός σημάδεψε τη δεκαετία του 1980 «ως μορφή λόγου που δεν περιορίζεται στη δημοσιογραφική σφαίρα, αλλά αντίθετα αποκτά πολλά πολιτικά και κοινωνικά ερείσματα». Σήμερα, τριάντα χρόνια μετά, παρατηρείται η αναζωπύρωση αυτού του είδους δημοσίου λόγου και η επαναδιάχυσή του στην κοινωνία, που ευνοείται από την ανάπτυξη των νέων media
Τέλος, αυτό που εντυπωσιάζει περισσότερο όποιον παίρνει το Λεξικό στα χέρια του σήμερα, είναι ο αριθμός των συγγραφέων που συνεργάστηκαν για τη δημιουργία του έργου αυτού: 145. Αυθόρμητα γεννιέται η απορία για το αν το έργο αυτό θα ήταν δυνατό να εκδοθεί για πρώτη φορά σήμερα, το 2014. Δεν είναι αυτονόητο ότι η πληθώρα των ερευνητών θα μπορούσε να συνεργαστεί τώρα όπως συνεργάστηκε τότε, πριν από την κρίση, σε μεγάλο βαθμό εξ αιτίας της πολιτικής πόλωσης που έχει επέλθει και η οποία έχει αγγίξει και τον επιστημονικό χώρο.
 Αναμφίβολα, η δεκαετία του 1980 ήταν μια καθοριστική περίοδος για την Ελλάδα. Μας επηρέασε σε βαθμό που ίσως δεν έχουμε αντιληφθεί ακόμη πλήρως. Και δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς, γιατί ήταν η πρώτη δημοκρατικά «ολόκληρη» δεκαετία της Μεταπολίτευσης, με έντονα αναδιανεμητικό χαρακτήρα, κοινωνική κινητικότητα και τη δημιουργία μιας ολόκληρης νέας τάξης, την εισαγωγή νέων πολιτιστικών προτύπων και τη θεμελίωση του ατομικισμού σαν κοινωνική συμπεριφορά. Το λεξικό αυτό επανεκδίδεται για να φωτίσει όλες της πλευρές αυτής της αμφίσημης δεκαετίας που φαντάζει ταυτόχρονα τόσο κοντινή και μακρινή. Σε ένα μήνα συμπληρώνονται 25 χρόνια από το τέλος της και το μόνο που μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα, και χωρίς διάθεση εξιδανίκευσης ή απόρριψης, είναι ότι ήταν «πλουσιότερη απ’ όσο μας λένε οι επικριτές της, πιο πεζή απ’ όσο τη βλέπουν οι νοσταλγοί της».

Το χρονικό ενηλικίωσης στα Τρίκαλα του 1951-1969

Ηλίας Κεφάλας
Τρίκαλα 1951-1969. Η πόλη όπου γεννήθηκα
εκδ. Γαβριηλίδη, σελ. 140











Το βιβλίο του Ηλία Κεφάλα ξεκινά με ένα λάθος στον υπότιτλο. Τα Τρίκαλα δεν είναι η πόλη που γεννήθηκε. Τα Τρίκαλα αυτού του βιβλίου είναι η πόλη στην οποία ενηλικιώθηκε. Ηδη από τη χρονολογία που αναφέρεται στον τίτλο του βιβλίου «1951-1969», και σε συνδυασμό με το βιογραφικό του, ο αναγνώστης το αντιλαμβάνεται αυτό.

Ο Ηλίας Κεφάλας είναι ποιητής, δοκιμιογράφος και κριτικογράφος. Με το τελευταίο του βιβλίο επιχειρεί την καταγραφή χαρακτηριστικών και εμπειριών της γενέθλιας πόλης του. Με είκοσι ανεξάρτητα μεταξύ τους –αλλά μερικές φορές αλληλοσυμπληρούμενα– ολιγοσέλιδα κείμενα, περιγράφει το χωριό στο οποίο γεννήθηκε και την πόλη στην οποία πέρασε τα χρόνια του γυμνασίου. Συναντούμε αφηγήσεις και περιγραφές οι οποίες είναι γνωστές από λογοτεχνικά, και μη, βιβλία αλλά και από οικογενειακές περιγραφές.

Στα Τρίκαλα και στις γύρω περιοχές που αναφέρονται στο βιβλίο, καθρεπτίζονται η ζωή και τα χαρακτηριστικά μιας οποιασδήποτε επαρχιακής πόλης της μετεμφυλιακής Ελλάδας. Κύρια ασχολία του πληθυσμού στα χωριά είναι η γεωργία και η κτηνοτροφία, και οι εικόνες που περιγράφονται είναι εικόνες φτώχειας και ανέχειας. Συγγενείς και συγχωριανοί δημιουργούν μικροκοινότητες αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας. Οι δυνατότητες όλων είναι περιορισμένες, και η μοίρα τους εν πολλοίς προκαθορισμένη.

Ο Κεφάλας όμως εντοπίζει και καταγράφει και τα στοιχεία εκείνα της πόλης των Τρικάλων που την καθιστούν ιδιαίτερη. Το ποτάμι που διατρέχει ακόμα και σήμερα το κέντρο της, οι περιφερειακοί συνοικισμοί που πλέον έχουν γίνει ένα με την πόλη λόγω της επέκτασής της, το τζαμί, οι φυλακές που μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 2000 βρίσκονταν στο κέντρο της πόλης.

Παράλληλα με την περιγραφή της περιοχής, ο συγγραφέας αυτοβιογραφείται. Η πόλη γίνεται η αφορμή, το όχημα για να διηγηθεί αποσπάσματα από την παιδική και εφηβική του ηλικία. Κύριο θέμα του είναι η αγάπη του για το διάβασμα που μετουσιώθηκε στην ανάγκη για συγγραφή. Ανασυστήνει τα πρώτα του ερεθίσματα: βιτρίνες βιβλιοπωλείων, το πρώτο βιβλίο που αγόρασε, το πρώτο λογοτεχνικό περιοδικό, η πρώτη απόπειρα συγγραφής και δημοσίευσης. Τότε έρχεται η υπενθύμιση της εποχής και των δυσκολιών της, όταν μας πληροφορεί για τις στερήσεις που έπρεπε να κάνει για την αγορά ενός βιβλίου, χωρίς διάθεση για μεμψιμοιρία. Ακόμα και τα πρόσωπα που αναφέρονται στο βιβλίο –εκτός αυτών του στενού οικογενειακού κύκλου–, είναι στην πλειονότητά τους άνθρωποι που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του μετέπειτα λογοτέχνη. Ενας καθηγητής του, ο διευθυντής της εφημερίδας όπου δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα και ένας θείος του με το παρατσούκλι «φιλόσοφος», δίπλα στον οποίο έμαθε πολλά πράγματα.

Ολόκληρο το βιβλίο ισορροπεί ανάμεσα στην αυτοβιογραφία και την «τοπογραφία», με την πλάστιγγα να γέρνει πότε στη μία πλευρά και πότε στην άλλη. Οσο πλησιάζουμε προς το τέλος του βιβλίου, οπότε και επέρχεται η ενηλικίωση –όχι μόνο ηλικιακή, μα και πνευματική–, τόσο αυξάνονται τα αυτοβιογραφικά στοιχεία. Η πόλη παίζει πλέον συμπρωταγωνιστικό ρόλο.

Η ουσία του βιβλίου συμπυκνώνεται στο κείμενο με τίτλο «Η ζωή του μαθητή και το ξύπνημα της ποίησης». Εκεί, τα βιωματικά στοιχεία μπλέκονται με την έμπνευση, και ο συγγραφέας εξομολογείται ότι στα τοπικά πανηγύρια απομακρυνόταν από την οικογένειά του και έστεκε θλιμμένος μέσα στο δάσος – εικόνα που θυμίζει έντονα μια αντίστοιχη αφήγηση του Θανάση Βαλτινού στο μυθιστόρημα Ανάπλους (εκδ. Εστία). Είναι η στιγμή που ο Κεφάλας βιώνει μια απέραντη θλίψη. Θα του πάρει καιρό αλλά τελικά θα καταλάβει ότι η θλίψη αυτή είναι ο προσωπικός του μηχανισμός, που μετατρέπει τα βιώματα σε συνειδητοποίηση και τη συνειδητοποίηση σε λογοτεχνία.



Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, Τέχνες και Γράμματα, 16.11.2014

Αυτοβιογραφία μιας πόλης

Χουάν Γκάμπριελ Βάσκεζ
Ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν
μετ.: Αχιλλέας Κυριακίδης
εκδ. Ίκαρος, σελ. 296











Τα πράγματα που ανεβαίνουν δεν παράγουν ήχο. Hχο κάνουν τα πράγματα όταν πέφτουν. Και μάλιστα μόνο στο τέλος της πτώσης τους. Το μυθιστόρημα του Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες με τον άκρως ποιητικό και μεταφορικό τίτλο ξεκινά με μία πτώση πεζή και κυριολεκτική. Eνας ιπποπόταμος, που έχει δραπετεύσει από τον ζωολογικό κήπο του Πάμπλο Εσκομπάρ, πέφτει νεκρός από τα πυρά του στρατού της Κολομβίας.

Η είδηση αυτή είναι αρκετή για να πυροδοτήσει τη μνήμη του πρωταγωνιστή και αφηγητή Αντόνιο Γιαμάρα, νεαρού καθηγητή Νομικής, και να του θυμίσει έναν παλιό γνωστό του, τον Ρικάρδο Λαβέρδε, ο οποίος μετά τον θάνατο του Πάμπλο Εσκομπάρ είχε εκφράσει ανησυχία για την τύχη του ζωολογικού του κήπου και των ζώων που φιλοξενούνταν εκεί.


Ο Αντόνιο γνώρισε τον Ρικάρντο στο σφαιριστήριο όπου σύχναζε. Μεταξύ τους δημιουργήθηκε μια υποτυπώδης σχέση, που περιελάμβανε μερικές παρτίδες μπιλιάρδου, αρκετό ρούμι και λίγες κουβέντες. Τα μόνα που γνώριζε για τον Ρικάρντο ήταν πως ήταν συνταξιούχος πιλότος και πως πέρασε αρκετά χρόνια στη φυλακή.


Παρά την έλλειψη βάθους στη σχέση των δύο ανδρών, η γνωριμία τους αποδείχτηκε καθοριστική για τον Αντόνιο, μιας και ο Ρικάρντο δολοφονήθηκε δίπλα του από τους επιβάτες μια διερχόμενης μοτοσικλέτας. Μία από τις σφαίρες τραυμάτισε και τον ίδιο.


Το τραύμα τού άφησε ένα κινητικό και ένα σεξουαλικό πρόβλημα. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι τον έκανε ένα φοβισμένο άνθρωπο, γεμάτο ανησυχία για τη σωματική ακεραιότητα του ίδιου και της οικογένειάς του. Ο φόβος αυτός είναι πολύ πιο σύνθετος από ένα συνηθισμένο μετατραυματικό στρες. Η ύπαρξή του βρίσκεται στην τομή της σύγχρονης ιστορίας της Μπογκοτά. Δολοφονίες πολιτικών, μαφιόζικες εκτελέσεις, καταρρίψεις αεροπλάνων, ξεκαθάρισμα λογαριασμών στο καρτέλ ναρκωτικών και αεροπορικά δυστυχήματα ήταν γεγονότα που καθόρισαν την ιστορία της πρωτεύουσας της Κολομβίας τη δεκαετία του ’80. Για τον Αντόνιο, γεννημένο τη δεκαετία του ’70 -όπως και ο συγγραφέας- αυτές ήταν οι εικόνες της παιδικής και εφηβικής του ηλικίας. Η σφαίρα που δέχθηκε τις επανέφερε στο μυαλό του, και μαζί με αυτές τον φόβο στην καθημερινότητά του.


Ο Αντόνιο ξεκινάει έτσι μία έρευνα για τα αίτια του θανάτου του φίλου του, αλλά και για τις άγνωστες πτυχές της ζωής του. Σε αυτήν την έρευνα αποκτά έναν απρόσμενο συνοδοιπόρο, τη Μάγια, την κόρη του Ρικάρντο, η οποία τον προσεγγίζει γιατί θέλει και αυτή με τη σειρά της να μάθει τις λεπτομέρειες του θανάτου του πατέρα της.
Μαζί ανατρέχουν σε παλαιά έγγραφα, γράμματα και δημοσιεύματα και ανασυνθέτουν την ιστορία της ζωής του Ρικάρντο και της γυναίκας του και μητέρας της Μάγια, Ιλέιν Φριτς, που έφτασε στην Μπογκοτά στα τέλη της δεκαετίας του ’60 μέσω του αμερικανικού Ειρηνευτικού Σώματος. Δημιουργείται έτσι μια δίνη που ρουφάει τον αναγνώστη όλο και βαθύτερα στη σύγχρονη ιστορία της Κολομβίας. Ταυτόχρονα με την εθελοντική δράση των νεαρών Αμερικανών, αναπτύσσεται και το εμπόριο ναρκωτικών. Το εύκολο κέρδος του εμπορίου ινδικής κάνναβης και κοκαΐνης είναι πολύ δελεαστικό, και σε αυτό συμμετέχει και ο Ρικάρντο, ως πιλότος-μεταφορέας.


Στο πρόσωπο της Μάγια, ο Αντόνιο βρίσκει την κατανόηση που δεν βρήκε από τη σύζυγό του. Λειτουργεί σαν alter ego του γιατί και στη δική της μνήμη έχει εγγραφεί ο φόβος τού να μεγαλώνεις σε μια πόλη όπου άνθρωποι πέφτουν νεκροί ανά πάσα στιγμή.
Ο Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες έγραψε ένα συναρπαστικό, πολυεπίπεδο μυθιστόρημα. Η ιστορία της πόλης και της χώρας του μπλέκεται με τις προσωπικές ιστορίες των ηρώων του. Γράφει για την τυχαιότητα και τη μνήμη, για το πώς αναμετριέται κάποιος με την απώλεια, πώς αντιμετωπίζει τον φόβο, πώς είναι να μεγαλώνεις σε μια κοινωνία που σε τροφοδοτεί συνεχώς με ειδήσεις για βίαια γεγονότα. Η ουσία του μυθιστορήματος βρίσκεται σε μια απόκριση ενός από τους πρωταγωνιστές: «Λες και μπορεί να υπάρξει αθωότητα σε αυτή τη χώρα...».


Ολα αυτά γίνονται με μια σφιχτοδεμένη πλοκή με νουάρ αποχρώσεις και αριστοτεχνική γραφή η οποία επιτρέπει την ομαλή μετάβαση στις διαφορετικές χρονικές περιόδους του μυθιστορήματος. Η εξίσου καλή μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη και οι πολύτιμες σημειώσεις του βοηθούν όχι μόνο στην κατανόηση των εν πολλοίς άγνωστων στο ελληνικό κοινό μερών και συνηθειών μιας άλλης χώρας, αλλά και στην παρακολούθηση του ευρέος φάσματος των λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών αναφορών του Βάσκεζ.


Αν και απέχει πολύ από τον μαγικό ρεαλισμό, είναι ένα έργο βουτηγμένο πότε στο λευκό ρούμι της Μπογκοτά, πότε στον χυμό κάποιου από τα εξωτικά φρούτα των πόλεων της εξοχής, το οποίο σε σημαδεύει όπως η άκρη της στέκας του μπιλιάρδου γεμίζει γαλάζια μισοφέγγαρα στον τοίχο.




Μόνος στόχος η επιβίωση

Τζον Τσίβερ
Φάλκονερ
μετ.: Ιλάειρα Διονυσοπούλου
εκδ. Καστανιώτη, σελ. 206










Ο Τζον Τσίβερ είναι ένας συγγραφέας που έχει αφήσει το δικό του στίγμα στις ΗΠΑ. Από τις πρώτες μεγάλες επιτυχίες του μέχρι και σήμερα, 32 χρόνια μετά τον θάνατό του, δεν σταμάτησε να απασχολεί κριτικούς και αναγνώστες. Η επιρροή που άσκησε δεν ήταν μόνο λογοτεχνική, αλλά άγγιξε και την ποπ κουλτούρα. Φέτος, ο Matthew Weiner, δημιουργός της πολύ επιτυχημένης τηλεοπτικής σειράς Mad Men, παραδέχτηκε σε συνέντευξή του στο The Paris Review αυτό που πολλοί δημοσιογράφοι είχαν γράψει εδώ και καιρό: βασική του επιρροή για τη σειρά δεν είναι άλλη από τα διηγήματα του Τζον Τσίβερ.

Ωστόσο, στην Ελλάδα μόλις πέρυσι κυκλοφόρησε μια συλλογή διηγημάτων του («Ο Κολυμβητής», εκδ. Καστανιώτη) και φέτος κυκλοφορεί το σημαντικότερο μυθιστόρημά του, «Φάλκονερ», σε νέα μετάφραση.

«Φάλκονερ» είναι το όνομα της φυλακής όπου οδηγείται ο πρωταγωνιστής, Ιεζεκιήλ Φάραγκατ, ένας ηρωινομανής καθηγητής πανεπιστημίου, για τη δολοφονία του αδερφού του. Οι ακριβείς συνθήκες του εγκλήματος δεν αποκαλύπτονται ποτέ. Αυτό που έχει σημασία είναι η αφορμή που κάνει τον Φάραγκατ να σηκώσει τη μασιά και να επιτεθεί στον αδερφό του, Εμπεν. Κατά τη διάρκεια μιας λογομαχίας, ο Εμπεν αποκαλύπτει στον Φάραγκατ ότι ο πατέρας τους έφερε στο σπίτι ένα γιατρό που έκανε παράνομες εκτρώσεις για να απαλλαγεί από αυτόν, ενώ ήταν ακόμα στη μήτρα της μητέρας του.

Αυτή η αποκάλυψη ήρθε να προστεθεί σε μια ήδη άσχημη παιδική ηλικία στην οποία ο ίδιος αποδίδει και την εξάρτησή του από τα ναρκωτικά. Οπως μαθαίνουμε από τα συνεχή φλας μπακ του ήρωα μέσα στη φυλακή, οι γονείς του μεγάλωσαν τα παιδιά τους με πολλά ταξίδια και υψηλή μόρφωση, αλλά ταυτόχρονα με εξίσου μεγάλη ψυχρότητα και αποστασιοποίηση. Ο οικονομικός τους ξεπεσμός τούς ανάγκασε να εγκαταλείψουν την έπαυλη στην οποία ζούσαν και να μετακομίσουν στην οικογενειακή αγροικία εξαρτώντας τον βιοπορισμό τους από την εκμετάλλευση δύο αντλιών βενζίνης. Ο πατέρας του εκδηλώνει τότε τις πρώτες τάσεις αυτοκτονίας και η μητέρα του, ψυχρή και κυνική από πάντα, αγγίζει πλέον τα όρια της απάθειας.

Εξίσου προβληματικός με την παιδική του ηλικία είναι και ο μετέπειτα έγγαμος βίος του. Η γυναίκα του τού υπενθύμιζε ανά τακτά διαστήματα πόσο ανικανοποίητη ήταν από τη σχέση τους, πόσο δύσκολο της ήταν να συμφιλιωθεί με την εξάρτησή του. Παρέμενε μαζί του μόνο επειδή δεν κατάφερε τελικά να διαφύγει, παρά τις προσπάθειές της. Ο μονάκριβος γιος τους, σχεδόν ανύπαρκτος, δεν πάει ποτέ να δει τον πατέρα του στη φυλακή, ακούγοντας τις συμβουλές των ψυχολόγων του.

Η μνήμη του Φάραγκατ λειτουργεί σαν βοήθημα για να αντέξει τον εγκλεισμό του και οι διαδρομές που κάνει είναι πολλές και περίτεχνες. Ο ίδιος τη χαρακτηρίζει «εξίσου απείθαρχη με τα γεννητικά του όργανα». Η «απειθαρχία» αυτή αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι αποκτά για ερωτικό σύντροφο τον Τζόντι, τον καλύτερό του φίλο μέσα στη φυλακή, χωρίς να είναι ομοφυλόφιλος. Αλλά και όταν αυτός τον παρατάει, βρίσκει άλλους –ανώνυμους– σεξουαλικούς συντρόφους.

Σε κέντρο αποτοξίνωσης

Ο Τσίβερ, εξαρτημένος και ο ίδιος από το αλκοόλ, έγραψε το «Φάλκονερ» μετά τον εγκλεισμό του σε κέντρο αποτοξίνωσης. Εξαιτίας αυτού, πολλοί είναι εκείνοι που εντοπίζουν αυτοβιογραφικά στοιχεία στο βιβλίο. Η μετά θάνατον αποκάλυψη της συζύγου του για την αμφισεξουαλικότητά του ενέτεινε αυτές τις εικασίες.

Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του μυθιστορήματος είναι ότι, ενώ έχουμε να κάνουμε με ένα κλασικό prison novel, ο Τσίβερ δεν χρησιμοποιεί για κεντρικό του ήρωα κάποιον περιθωριακό εγκληματία. Οπως συχνά και στα διηγήματά του, πρωταγωνιστής είναι ένας μορφωμένος, ευκατάστατος WASP (Λευκός Αγγλοσάξονας Προτεστάντης), με φαινομενικά στρωτή ζωή, μέχρι που κάτι πάει στραβά. Η επιλογή αυτού του είδους των πρωταγωνιστών επιτρέπει στον Τσίβερ να στηλιτεύει πτυχές της «τακτοποιημένης» αμερικανικής κοινωνίας, αναδεικνύοντας τον πουριτανισμό και την υποκρισία της. Οπως για παράδειγμα, την εμμονή να αποκαλούνται οι φυλακές «κέντρα αποκατάστασης» και την ειρωνεία να ετοιμάζεται το γήπεδο σόφτμπολ του «Φάλκονερ» να υποδεχτεί τον καρδινάλιο, τη στιγμή που κανονικά χρησιμοποιείται για τις εκτελέσεις. Του επιτρέπει όμως να καταδείξει και το πόσο πιο δύσκολη είναι η αποτυχία και η πτώση για εκείνους που η κοινωνία αναγνωρίζει ως προνομιούχους. Χαρακτηριστική είναι η αποκάλυψη του δικαστή ότι η ποινή του Φάραγκατ θα ήταν σίγουρα ελαφρύτερη αν δεν ανήκε σε αυτήν την κοινωνική ομάδα.

Το μυθιστόρημα τελειώνει με τη λέξη ευτυχία. Ενα πρωτόγνωρο συναίσθημα το οποίο για τον Φάραγκατ συνδέεται άρρηκτα με την ελευθερία. Δεν κατάφερε να τη βρει φεύγοντας από την πατρική εστία γιατί εγκλωβίστηκε στην εξάρτησή του και σ’ έναν αποτυχημένο γάμο. Μπαίνοντας όμως στην πραγματική φυλακή, την κατακτά στην προσπάθειά του να επιβιώσει.



Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, Τέχνες και Γράμματα, 27.07.2014

Μια νέα μεγάλη συμφωνία για την Γηραιά Ήπειρο

Λουκάς Τσούκαλης
Η δυστυχής Ένωση. Η Ευρώπη χρειάζεται μια νέα μεγάλη συμφωνία
μετ.: Κώστας Καλτσάς
εκδ. Πατάκη, σελ. 136










Πρόσφατα στην ιστοσελίδα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου αναρτήθηκε μία λίστα που περιέχει τα «100 αξιοσημείωτα βιβλία για την Ευρώπη». Πρόκειται για βιβλία τα οποία ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Martin Schultz, ελπίζει ότι «θα συμβάλουν στην παροχή ερεθισμάτων για την εξεύρεση λύσεων όσον αφορά τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει τώρα η Ε.Ε.». Το μοναδικό ελληνικό όνομα που συναντούμε στη λίστα είναι του Λουκά Τσούκαλη, με το βιβλίο «The EU in a world in transition: Fit for what purpose? » (PolicyNetwork, 2009), το οποίο επιμελήθηκε.

Το γεγονός αυτό δεν πρέπει να μας εκπλήσσει, καθώς ο Λ. Τσούκαλης αφιερώνει το μεγαλύτερο μέρος της επιστημονικής του δραστηριότητας σε θέματα που αφορούν την Ευρώπη και την ευρωπαϊκή ενοποίηση.

Εκτός όμως από αυτό, είναι και ένας διανοούμενος με συχνές πολιτικές παρεμβάσεις από τις σελίδες αυτής εδώ της εφημερίδας.

Το τελευταίο του βιβλίο, «Η δυστυχής Ενωση. Η Ευρώπη χρειάζεται μια νέα συμφωνία», που εκδόθηκε πρώτα στα αγγλικά και στη συνέχεια μεταφράστηκε σε πέντε ακόμη γλώσσες, συνδυάζει αυτές τις δύο ιδιότητες, του επιστήμονα και του διανοούμενου.

Πρόκειται για ένα επιστημονικό δοκίμιο με σαφή πολιτική θέση, με το οποίο ο συγγραφέας συμμετέχει στον διάλογο που έχει ήδη ξεκινήσει στην Ευρώπη με κείμενα όπως το «Προς μία ένωση του ευρώ», του γερμανικού ομίλου Gliniecker, και το «Μανιφέστο για μια πολιτική ένωση του ευρώ», που ήταν η απάντηση μιας ομάδας Γάλλων διανοουμένων σε αυτό. Εξάλλου, όπως ο ίδιος ομολογεί στην εισαγωγή, ποτέ δεν του άρεσαν οι αναλύσεις στον χώρο των κοινωνικών επιστημών που προσποιούνται ότι είναι ιδεολογικά ή επιστημονικά ουδέτερες.

Η περίοδος στην οποία εκδόθηκε δεν είναι τυχαία. Οι αυριανές ευρωεκλογές έχουν αυξημένη σημασία για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ενωσης και ο συγγραφέας δεν κρύβει την ανησυχία του για την αύξηση του εθνικισμού και του λαϊκισμού, καθώς και για την καταγραφή της μείωσης της λαϊκής υποστήριξης στην ενοποίηση.

Ισορροπία τρόμου

Το βιβλίο χωρίζεται σε τέσσερα μέρη, με τα τρία πρώτα να θέτουν το πλαίσιο της συζήτησης. Τη συνοπτική, αλλά περιεκτική, περιγραφή της Ευρώπης πριν από την κρίση, ακολουθεί μια εκτενέστερη καταγραφή των αιτιών που την προκάλεσαν και των τρόπων αντιμετώπισής της.

Παρότι ευρωπαϊστής, ο Τσούκαλης δεν διστάζει να επικρίνει όσες από τις αποφάσεις που ελήφθησαν κατά τη διαδικασία ενοποίησης θεωρεί λανθασμένες.

Η ανάλυση της χρηματοπιστωτικής κρίσης, για παράδειγμα, γίνεται αφορμή για να αναφερθεί σε δομικά προβλήματα της Ενωσης, τα οποία είτε ενέτειναν την κρίση είτε δυσχέραιναν την αντιμετώπισή της. Καταλήγει έτσι, πως βρισκόμαστε σε μια «ισορροπία τρόμου», στην οποία, ενώ οι Ευρωπαίοι κατανοούν ότι χρειάζεται ισχυρότερη ένωση, δεν αισθάνονται πολιτικά έτοιμοι γι’ αυτήν. Ετσι, προτείνει την υιοθέτηση ενός νέου ευρωπαϊκού σχεδίου, που θα βασίζεται σε μια νέα μεγάλη συμφωνία για την Ευρώπη.

Αυτή η συμφωνία είναι και ο πυρήνας του βιβλίου-παρέμβαση του Λ. Τσούκαλη. Βασική αρχή της είναι ότι δεν μπορεί να υπάρχει «κοινό νόμισμα χωρίς κράτος». Αυτό μπορεί να επιλυθεί αρχικά με κάποια μορφή δημοσιονομικής ένωσης και στη συνέχεια με σταδιακή εξάλειψη του διακυβερνητικού τρόπου αποφάσεων και ισχυροποίηση των κοινών θεσμικών οργάνων. Οσον αφορά την οικονομία, ο Λ. Τσούκαλης πιστεύει ότι η δημοσιονομική εξυγίανση είναι απαραίτητη, αλλά πρέπει να υπάρξει μέριμνα και για την ανάπτυξη της οικονομίας.

Ιδιαίτερη είναι η σημασία που δίνει στη διατήρηση του κοινωνικού κράτους, που ήταν πάντα χαρακτηριστικό των ευρωπαϊκών κρατών, αλλά και στην ανεργία, ειδικά των νέων, που πρέπει να μειωθεί. Τέλος, υποστηρίζει τη δημιουργία μιας νέας συνθήκης του ευρώ, ταυτόχρονα με τη δημιουργία νέων θεσμικών οργάνων, αποκλειστικά για την Ευρωζώνη, τα οποία θα υπόκεινται σε δημοκρατικό έλεγχο. Ειδικότερα, υποστηρίζει τη δημιουργία ενός Κοινοβουλίου για τις χώρες του ευρώ.

Η τελευταία είναι μάλλον και η πιο αμφιλεγόμενη πρόταση του δοκιμίου, καθώς η ύπαρξη ενός τέτοιου οργάνου θα ενισχύσει τις φωνές που μιλούν για Ευρώπη δύο ταχυτήτων. Ενδιαφέρον έχει, ωστόσο, η αναφορά του Λ. Τσούκαλη στις χώρες που δεν είναι έτοιμες να δεχθούν τη νέα συνθήκη. Αυτές δεν θα πρέπει να αποξενωθούν από την Ε.Ε. Αντίθετα, θα πρέπει να υπάρχει χώρος σε αυτήν και για όσες επιθυμούν να μείνουν έξω από το ευρώ και το επόμενο στάδιο της ολοκλήρωσης.

Παρότι οι αυριανές εκλογές είναι ιδιαίτερα κρίσιμες, καθώς πρόκειται για τις πρώτες εκλογές της Ευρώπης μετά την κλιμάκωση της οικονομικής κρίσης, λίγοι είναι οι Ελληνες πολιτικοί που συζητούν για τα ευρωπαϊκά θέματα. Σύμφωνα με τον Λ. Τσούκαλη, αυτό δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο. Γι’ αυτό, υποστηρίζει ότι «τώρα είναι ίσως η στιγμή που διανοούμενοι και γνώστες των ευρωπαϊκών θεμάτων έχουν σημαντικό ρόλο να διαδραματίσουν στη διαμόρφωση της ατζέντας». Και ο συγγραφέας κάνει ακριβώς αυτό.

Διαβάστε επίσης:

– «Προς μία ένωση του ευρώ»

– «Μανιφέστο για μια νέα πολιτική ένωση του ευρώ»



Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, Τέχνες και Γράμματα, 24.05.2014

Ανθρώπινες ιστορίες σε ένα απάνθρωπο καθεστώς


Γιγέν Λι
Οι Περιπλανώμενοι
μετ.: Τόνια Κοβαλένκο
εκδ. Καστανιώτη, σελ. 400










Κίνα, 1979. Βρισκόμαστε στον Λασποπόταμο, μια επινοημένη πόλη, η οποία πήρε το όνομά της από τον ποταμό που αποτελεί το νότιο σύνορό της. Ο Λασποπόταμος μετράει είκοσι χρόνια ζωής και είναι μία από τις πολλές πόλεις που χτίστηκαν με σκοπό την εκβιομηχάνιση των αγροτικών περιοχών της Κίνας. Ο Μάο Τσετούνγκ έχει πεθάνει τρία χρόνια νωρίτερα, η Πολιτιστική Επανάσταση έχει σταματήσει και οι κάτοικοι όλων των πόλεων έχουν βρει την αισιοδοξία τους, μιας και από τα μεγάφωνα στις στέγες των σπιτιών ακούγονται συνθήματα και τραγούδια, όπως «έχει ξανάρθει η άνοιξη ύστερα από δέκα ατέρμονους χειμώνες».


Η άνοιξη όμως δεν έρχεται για όλους. Το μυθιστόρημα της Γιγέν Λι ξεκινάει την 21η Μαρτίου, από το σπίτι του Δασκάλου Γκου, ο οποίος ξυπνάει ακούγοντας τη γυναίκα του να κλαίει στο κρεβάτι. Είναι η μέρα της εκτέλεσης της κόρης τους, της Γκου Σαν, με την κατηγορία της αντεπαναστάτριας.

Οι «Περιπλανώμενοι» είναι το πρώτο μυθιστόρημα της Γιγέν Λι, μετά τη βραβευμένη συλλογή διηγημάτων της «Χίλια χρόνια καλές προσευχές» (Καστανιώτης, 2010). Πρόκειται για ένα πολύ ανθρώπινο βιβλίο που περιγράφει απάνθρωπες καταστάσεις. Ενα κορίτσι –η Νίνι– λιγουρεύεται μια κόλλα επειδή είναι φτιαγμένη από αλεύρι. Ενας νέος άνδρας –ο Πα Σι– θέλει πάση θυσία να δει ένα γυμνό γυναικείο κορμί, ακόμα κι αν αυτό είναι σώμα μωρού ή νεκρής γυναίκας. Μεταξύ τους αναπτύσσεται μια σχεδόν παιδοφιλική σχέση. Ανθρωποι πεινούν, τρώνε σκυλιά και σκαντζόχοιρους, και εύχονται ανοιχτά να είχαν σκοτώσει κάποια από τα παιδιά τους –κυρίως τα κορίτσια– γιατί είναι δύσκολο να τα μεγαλώσουν. Ολα αυτά συμβαίνουν κάτω από ένα εξίσου απάνθρωπο καθεστώς, το οποίο ζητάει από τους γονείς της Γκου Σαν να πληρώσουν για τη σφαίρα της εκτέλεσής της. Είναι το ίδιο καθεστώς που παίρνει τα νεφρά της όσο αυτή είναι ακόμα ζωντανή για να μεταμοσχευθούν σε ένα υψηλά ιστάμενο πρόσωπο, δίνει προαγωγή σε όσους συμμετείχαν στη μεταμόσχευση, και κλείνει στη φυλακή όσους τολμούν να διαμαρτυρηθούν για την εσπευσμένη εκτέλεσή της.

Παρ’ όλα αυτά, οι «Περιπλανώμενοι» δεν είναι ένα μυθιστόρημα με θέμα (μόνο) την εκτέλεση της Γκου Σαν και τη διαμαρτυρία που ξεσπά μετά από αυτήν. Πρόκειται περισσότερο για καταγραφή της καθημερινότητας και των συναισθημάτων των κατοίκων του Λασποπόταμου, με φόντο αυτά τα γεγονότα που αναπόφευκτα τους επηρεάζουν.

Οι ήρωες της Γιγέν Λι είναι άνθρωποι που ξεχωρίζουν μέσα σε μία κοινωνία που αναζητεί και επιβάλλει την ομοιομορφία. Κανένας δεν είναι απόλυτος πρωταγωνιστής. Οι ιστορίες τους εντείνουν το κλίμα μιζέριας και δυστυχίας που υπάρχει στο βιβλίο. Η Νίνι είναι παραμορφωμένη επειδή η Γκου Σαν είχε χτυπήσει τη μητέρα της όσο ήταν έγκυος σε αυτήν. Ο Πα Σι, παρότι γιος ήρωα πολέμου, αντιμετωπίζεται με καχυποψία και κοροϊδία εξαιτίας της ανάρμοστης συμπεριφοράς του. Ο κύριος και η κυρία Χου, ένα ηλικιωμένο ζευγάρι οδοκαθαριστών, πρώην περιπλανώμενων ζητιάνων, βρίσκουν και μεγαλώνουν μωρά, κορίτσια, που είχαν εγκαταλείψει οι γονείς τους, μέχρι που αναγκάζονται να τα εγκαταλείψουν και οι ίδιοι. Ακόμα και η Κάι, παρουσιάστρια του τοπικού ραδιοφωνικού σταθμού, παντρεμένη με έναν υψηλόβαθμο υπάλληλο της διοίκησης, είναι μόνο φαινομενικά ευτυχισμένη. Η εκτέλεση της παλιάς της συμμαθήτριας, Γκου Σαν, την κάνει να επαναπροσδιορίσει τις αξίες της και αποφασίζει να βοηθήσει στην οργάνωση της αντικαθεστωτικής διαμαρτυρίας.

Η συγγραφέας αντιμετωπίζει όλους τους ήρωες του βιβλίου της με επιείκεια, χωρίς μονοδιάστατη κριτική ματιά και δίκη προθέσεων. Μέσα από εκτενείς περιγραφές αναδεικνύει τον ψυχισμό, τα θέλω και τους στόχους τους. Αυτοί συνεχίζουν τη ζωή τους, ερωτεύονται, περιμένουν παιδιά και κάνουν σχέδια για το μέλλον. Σε καμία στιγμή του βιβλίου όμως δεν λησμονούμε πως όλα αυτά διαδραματίζονται στο συγκεκριμένο καθεστώς, του οποίου η διάθεση να τιμωρήσει όσους δεν συμμορφώνονται μαζί του μπλέκεται και επηρεάζει τις ζωές των ηρώων, μέσα από διάφορες διαδρομές και καραμπόλες.

Η πυκνή περιγραφική πρόζα της Γιγέν Λι ευτύχησε στη μετάφραση της Τόνιας Κοβαλένκο.


Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, Τέχνες και Γράμματα, 17.05.2014