Τετάρτη, 4 Μαρτίου 2015

Το χρονικό ενηλικίωσης στα Τρίκαλα του 1951-1969

Ηλίας Κεφάλας
Τρίκαλα 1951-1969. Η πόλη όπου γεννήθηκα
εκδ. Γαβριηλίδη, σελ. 140











Το βιβλίο του Ηλία Κεφάλα ξεκινά με ένα λάθος στον υπότιτλο. Τα Τρίκαλα δεν είναι η πόλη που γεννήθηκε. Τα Τρίκαλα αυτού του βιβλίου είναι η πόλη στην οποία ενηλικιώθηκε. Ηδη από τη χρονολογία που αναφέρεται στον τίτλο του βιβλίου «1951-1969», και σε συνδυασμό με το βιογραφικό του, ο αναγνώστης το αντιλαμβάνεται αυτό.

Ο Ηλίας Κεφάλας είναι ποιητής, δοκιμιογράφος και κριτικογράφος. Με το τελευταίο του βιβλίο επιχειρεί την καταγραφή χαρακτηριστικών και εμπειριών της γενέθλιας πόλης του. Με είκοσι ανεξάρτητα μεταξύ τους –αλλά μερικές φορές αλληλοσυμπληρούμενα– ολιγοσέλιδα κείμενα, περιγράφει το χωριό στο οποίο γεννήθηκε και την πόλη στην οποία πέρασε τα χρόνια του γυμνασίου. Συναντούμε αφηγήσεις και περιγραφές οι οποίες είναι γνωστές από λογοτεχνικά, και μη, βιβλία αλλά και από οικογενειακές περιγραφές.

Στα Τρίκαλα και στις γύρω περιοχές που αναφέρονται στο βιβλίο, καθρεπτίζονται η ζωή και τα χαρακτηριστικά μιας οποιασδήποτε επαρχιακής πόλης της μετεμφυλιακής Ελλάδας. Κύρια ασχολία του πληθυσμού στα χωριά είναι η γεωργία και η κτηνοτροφία, και οι εικόνες που περιγράφονται είναι εικόνες φτώχειας και ανέχειας. Συγγενείς και συγχωριανοί δημιουργούν μικροκοινότητες αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας. Οι δυνατότητες όλων είναι περιορισμένες, και η μοίρα τους εν πολλοίς προκαθορισμένη.

Ο Κεφάλας όμως εντοπίζει και καταγράφει και τα στοιχεία εκείνα της πόλης των Τρικάλων που την καθιστούν ιδιαίτερη. Το ποτάμι που διατρέχει ακόμα και σήμερα το κέντρο της, οι περιφερειακοί συνοικισμοί που πλέον έχουν γίνει ένα με την πόλη λόγω της επέκτασής της, το τζαμί, οι φυλακές που μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 2000 βρίσκονταν στο κέντρο της πόλης.

Παράλληλα με την περιγραφή της περιοχής, ο συγγραφέας αυτοβιογραφείται. Η πόλη γίνεται η αφορμή, το όχημα για να διηγηθεί αποσπάσματα από την παιδική και εφηβική του ηλικία. Κύριο θέμα του είναι η αγάπη του για το διάβασμα που μετουσιώθηκε στην ανάγκη για συγγραφή. Ανασυστήνει τα πρώτα του ερεθίσματα: βιτρίνες βιβλιοπωλείων, το πρώτο βιβλίο που αγόρασε, το πρώτο λογοτεχνικό περιοδικό, η πρώτη απόπειρα συγγραφής και δημοσίευσης. Τότε έρχεται η υπενθύμιση της εποχής και των δυσκολιών της, όταν μας πληροφορεί για τις στερήσεις που έπρεπε να κάνει για την αγορά ενός βιβλίου, χωρίς διάθεση για μεμψιμοιρία. Ακόμα και τα πρόσωπα που αναφέρονται στο βιβλίο –εκτός αυτών του στενού οικογενειακού κύκλου–, είναι στην πλειονότητά τους άνθρωποι που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του μετέπειτα λογοτέχνη. Ενας καθηγητής του, ο διευθυντής της εφημερίδας όπου δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα και ένας θείος του με το παρατσούκλι «φιλόσοφος», δίπλα στον οποίο έμαθε πολλά πράγματα.

Ολόκληρο το βιβλίο ισορροπεί ανάμεσα στην αυτοβιογραφία και την «τοπογραφία», με την πλάστιγγα να γέρνει πότε στη μία πλευρά και πότε στην άλλη. Οσο πλησιάζουμε προς το τέλος του βιβλίου, οπότε και επέρχεται η ενηλικίωση –όχι μόνο ηλικιακή, μα και πνευματική–, τόσο αυξάνονται τα αυτοβιογραφικά στοιχεία. Η πόλη παίζει πλέον συμπρωταγωνιστικό ρόλο.

Η ουσία του βιβλίου συμπυκνώνεται στο κείμενο με τίτλο «Η ζωή του μαθητή και το ξύπνημα της ποίησης». Εκεί, τα βιωματικά στοιχεία μπλέκονται με την έμπνευση, και ο συγγραφέας εξομολογείται ότι στα τοπικά πανηγύρια απομακρυνόταν από την οικογένειά του και έστεκε θλιμμένος μέσα στο δάσος – εικόνα που θυμίζει έντονα μια αντίστοιχη αφήγηση του Θανάση Βαλτινού στο μυθιστόρημα Ανάπλους (εκδ. Εστία). Είναι η στιγμή που ο Κεφάλας βιώνει μια απέραντη θλίψη. Θα του πάρει καιρό αλλά τελικά θα καταλάβει ότι η θλίψη αυτή είναι ο προσωπικός του μηχανισμός, που μετατρέπει τα βιώματα σε συνειδητοποίηση και τη συνειδητοποίηση σε λογοτεχνία.



Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, Τέχνες και Γράμματα, 16.11.2014

Δεν υπάρχουν σχόλια: