Τρίτη, 8 Σεπτεμβρίου 2015

Τζον Στιούαρτ, «πολέμιος της βλακείας» επί 16 χρόνια


Σε μια επίσκεψη της Σάρα Πέιλιν στη Νέα Υόρκη, ο οικοδεσπότης της, Ντόναλντ Τραμπ, την πήγε να δοκιμάσει την περίφημη νεοϋορκέζικη πίτσα. Eκανε όμως μια σειρά από λάθη: δεν επέλεξε μια παραδοσιακή πιτσαρία, αλλά το κατάστημα μιας αλυσίδας που συναντά κανείς οπουδήποτε στις ΗΠΑ, στοίβαζε τα κομμάτια του το ένα πάνω στο άλλο, και το σημαντικότερο: χρησιμοποίησε μαχαιροπίρουνο! Αυτά είναι ασυγχώρητα για έναν Νεοϋορκέζο, και ο Τζον Στιούαρτ τα αποδόμησε αριστοτεχνικά σε ένα απολαυστικό οκτάλεπτο στην εκπομπή του, το «The Daily Show». Πλέον ο Ντόναλντ Τραμπ είναι στην κούρσα για το χρίσμα των Ρεπουμπλικανών, αλλά ο Τζον Στιούαρτ δεν θα είναι εκεί –για πρώτη φορά μετά τις προεδρικές εκλογές του 2000– για να την καλύψει με τον σαρκαστικό σχολιασμό του. Στις 6 Αυγούστου προβλήθηκε η τελευταία εκπομπή του «The Daily Show», με τον παρουσιαστή που κατάφερε να γιγαντώσει τη φήμη του.

Ανέλαβε τα ηνία της εκπομπής το 1999 και σε αυτά τα δεκαέξι χρόνια κατάφερε να εδραιωθεί ως ένας από τους κορυφαίους παρουσιαστές εκπομπών πολιτικής σάτιρας. Δεν ήταν όμως μόνον αυτό. Σήμερα θεωρείται μία από τις πιο αντιπροσωπευτικές φωνές της φιλελεύθερης (κεντροαριστερής κατ’ αναλογία με την Ευρώπη) Αμερικής. Η τηλεθέαση δεν ήταν ποτέ ιδιαιτέρως υψηλή, αλλά κέρδιζε πάντα ένα δυναμικό κομμάτι του κοινού. Σε πρόσφατη έρευνα, ένας στους δέκα ερωτηθέντες ηλικίας 18-29 ετών απάντησε ότι εμπιστεύεται για την ενημέρωσή του κυρίως το «The Daily Show». Η διάδοση των πιο χαρακτηριστικών στιγμιοτύπων μέσω του YouTube και των social media σύστησαν τη χαρακτηριστική φιγούρα του Τζον Στιούαρτ πίσω από το γραφείο σε πολύ περισσότερο κόσμο απ’ όσους τον έβλεπαν στην τηλεόραση. Δεν ήταν λίγες οι φορές που η ατζέντα συζήτησης στα media διαμορφωνόταν από τα θέματα του «The Daily Show» της προηγουμένης.


Τα πρώτα δύο χρόνια του Στιούαρτ στην εκπομπή δεν ήταν και τόσο επιτυχημένα. Αρχισε να βρίσκει τον βηματισμό του από το 2000, όταν εξελέγη πρόεδρος των ΗΠΑ ο Τζορτζ Μπους ο νεότερος. Οργανικά πολέμιος της ιδεολογίας του, ο Στιούαρτ κριτίκαρε και αποδόμησε σχεδόν κάθε πολιτική του απόφαση. Είναι ενδεικτικό ότι μέχρι και σήμερα χρησιμοποιούσε το όνομα του Ντικ Τσένι –αντιπροέδρου εκείνης της περιόδου– ως ενσάρκωση του απόλυτου κακού.


Χαρά για τον Ομπάμα

Ο Στιούαρτ είχε τα ακριβώς αντίθετα συναισθήματα για τον επόμενο πρόεδρο των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα. Δεν έκρυψε ποτέ την υποστήριξή του στο πρόσωπό του. Την ημέρα των εκλογών, όταν ανακοίνωσε ζωντανά ότι νικητής είναι ο Ομπάμα, συγκρατήθηκε μετά βίας για να μην ξεσπάσει σε γέλια χαράς – στα οποία ξέσπασε αργότερα αγκαλιάζοντας τη σύζυγό του, όπως διαβάζουμε σε πρόσφατο άρθρο του Hollywood Reporter. Παρ’ όλα αυτά, ήταν αρκετά επικριτικός για πολλές αποφάσεις του τωρινού προέδρου για θέματα όπως το (μη) κλείσιμο των φυλακών στο Γκουαντάναμο και άσκησε εξίσου σκληρή κριτική με αυτήν που ασκούσε στους προκατόχους του. Σε μία από τις τελευταίες εκπομπές του, έδειξε ένα ποτ πουρί αυτών των στιγμών για να απαντήσει σε όσους τον χαρακτήριζαν προπαγανδιστή της κυβέρνησης Ομπάμα.


Ποτέ δεν έκρυψε τα πιστεύω και τις απόψεις του. Ηταν πάντα υπέρμαχος όλων των κινημάτων που διεκδικούσαν ίσα ατομικά δικαιώματα. Υποστήριζε τη ΛΟΑΤ κοινότητα, γινόταν έξαλλος όποτε συναντούσε ρατσιστική συμπεριφορά στον δημόσιο λόγο και ξεμπρόστιαζε όσους εξέφραζαν ομοφοβικές και ρατσιστικές απόψεις. Το ίδιο έκανε και με τους υποστηρικτές της οπλοκατοχής, τους φανατικούς του Tea Party και όσους αναπαρήγαν θεωρίες συνωμοσίας και καλλιεργούσαν τη μισαλλοδοξία. Ο,τι θα περίμενε κανείς από μια αυθεντικά φιλελεύθερη φωνή.


Ενάντια στη «βλακεία»

Ο ίδιος, βέβαια, θεωρεί τον εαυτό του κεντρώο. Αλλά όπως διαβάζουμε στο πρόσφατο τεύχος του New Yorker, «Ο Στιούαρτ είναι κεντρώος μόνο υπό αυτή την έννοια: δεν είναι τόσο φιλοαριστερός (pro-left) όσο είναι πολέμιος της βλακείας (anti-bullshit)». Στη «βλακεία», που έχει κατακλύσει τον κόσμο γύρω μας και χρησιμοποιείται ως καμουφλάζ πολύ σοβαρών θεμάτων, αφιέρωσε άλλωστε τον τελευταίο μονόλογό του. Κλείνοντάς, κάλεσε το κοινό να αντισταθεί σε αυτήν με την καλύτερη άμυνα απέναντί της: επαγρύπνηση και κατάρριψη.


Τα τελευταία δεκαέξι χρόνια ο ίδιος ακολούθησε πιστά αυτή τη γραμμή άμυνας, καταρρίπτοντας κάθε μορφή αυτού του λόγου και τους εκφραστές του. Εκτός από όσους αναφέρθηκαν πιο πάνω, στα συνήθη «θύματά» του βρίσκονταν ΜΜΕ τα οποία πρόβαλλαν τέτοιες απόψεις (όπως το Fox News) ή δεν έκαναν καλά τη δουλειά τους σύμφωνα με τον Stewart (όπως το CNN ή το MSNBC).


Οι ιδεολογικές διαφορές που είχε με τους παρουσιαστές του Fox και με την κεντρική γραμμή του καναλιού ήταν παραπάνω από εμφανείς. Η σχέση μεταξύ τους είχε αποκτήσει χαρακτηριστικά βεντέτας, με τον Στιούαρτ να αφιερώνει σχεδόν σε κάθε εκπομπή λίγα λεπτά για να αποδομήσει κάτι που έχει ειπωθεί στο Fox. Οσο απολαυστικό κι αν είναι αυτό για τον τηλεθεατή, αφήνει να διαφανεί η πτώση του επιπέδου του δημοσίου διαλόγου στις ΗΠΑ και η υπεροχή των κραυγών έναντι των επιχειρημάτων.


Οι ανταποκριτές

Συνοδοιπόροι του στον αγώνα ενάντια στη «βλακεία» ήταν οι περίφημοι ανταποκριτές του. Εκτός από τους μονολόγους, που αναπαρήγαν κυρίαρχα στερεότυπα με ξεκαρδιστικό τρόπο, έπαιρναν και μια σειρά από συνεντεύξεις από ανθρώπους με εξωφρενικά ανορθόδοξες απόψεις. Η πρωτοφανής ψυχραιμία και η πραότητα με την οποία τους αντιμετώπιζαν τους έκανε να εξομολογούνται στην κάμερα του «Daily Show» ακραία, περιθωριακά λόγια. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ένας πάστορας που είχε παρομοιάσει τον Ομπάμα με τον Χίτλερ, για να αλλάξει αργότερα την άποψή του και να δηλώσει πως τελικά είναι «ο γιος του Σατανά»!



Από τις τάξεις των ανταποκριτών πέρασαν πολλοί ταλαντούχοι κωμικοί, οι οποίοι αργότερα είχαν αξιοσημείωτη πορεία. Διασημότερος όλων είναι ο Στιβ Καρέλ, αλλά πρέπει να σημειώσουμε και τον Τζον Ολιβερ, που έχει πλέον τη δική του εβδομαδιαία εκπομπή στο HBO, και κυρίως τον Στίβεν Κόλμπερτ, που αφού απέκτησε το περίφημο «Colbert Report» στο ίδιο κανάλι με το «Daily Show», θα αντικαταστήσει τον Ντέιβιντ Λέτερμαν στο «Late Show» από το φθινόπωρο.


Αποτελεσματικός, με πολιτική επιρροή

Σε πρόσφατο ρεπορτάζ, το Politico αποκαλύπτει δύο επισκέψεις του Τζον Στιούαρτ στον Λευκό Οίκο για να συναντηθεί με τον Ομπάμα, πριν από σημαντικές αποφάσεις της κυβέρνησης. Εκτός από αυτό, αποκαλύπτει ότι κορυφαίοι συνεργάτες του προέδρου διατηρούσαν επικοινωνία με συντελεστές της εκπομπής, αλλά και με τον ίδιο τον Στιούαρτ. Ο αντίπαλος του Ομπάμα στις εκλογές του 2008, Τζον Μακέιν, είπε σε μια συνέντευξή του ότι «ο Στιούαρτ είναι ένας σύγχρονος Γουίλ Ρότζερς και Μαρκ Τουέιν».

Εκτός από την εκτίμηση της επιρροής του Στιούαρτ από τόσο σημαντικούς πολιτικούς, υπάρχουν και χειροπιαστές αποδείξεις. Σε μια περίοδο που Ρεπουμπλικανοί γερουσιαστές μπλόκαραν το νομοσχέδιο για την ιατρική κάλυψη μελών των σωστικών δυνάμεων που έφτασαν πρώτοι στους κατεστραμμένους Δίδυμους Πύργους, στις 11/9, και αντιμετώπιζαν προβλήματα υγείας, ο Στιούαρτ κάλεσε τέσσερις εξ αυτών σε μια εκπομπή να συζητήσουν τα προβλήματά τους. Τελικά το νομοσχέδιο πέρασε. «Ο,τι δεν καταφέραμε εμείς τόσα χρόνια το κατάφερε ο Τζον Στιούαρτ σε 22 λεπτά», δήλωσε ένας από τους ωφελημένους του νομοσχεδίου.


Δεν ήταν λίγες οι φορές που τα γεγονότα ήταν τόσο σοβαρά, που δεν υπήρχε χώρος και διάθεση για αστεία. Κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει τον συνταρακτικό μονόλογο της πρώτης εκπομπής μετά την 11/9, όπου ο Στιούαρτ κατέληξε να λέει με δάκρυα στα μάτια ότι η θέα από το διαμέρισμά του στο νότιο Μανχάταν άλλαξε για πάντα. Δεν υπάρχουν οι Δίδυμοι Πύργοι, αλλά αντ’ αυτών βλέπει πια το άγαλμα της Ελευθερίας. Και κανείς δεν μπορεί να του το πάρει αυτό. Το ίδιο συνέβη και τον περασμένο Ιούνιο, μετά τη δολοφονική επίθεση στο Τσάρλεστον της Ν. Καρολίνας, όπου, γεμάτος λύπη και αγανάκτηση, ομολόγησε ότι δεν μπόρεσε να κάνει την «πολύ απλή δουλειά του», που είναι «να βλέπει τις ειδήσεις και να γράφει αστεία γι’ αυτές». Οι καλύτερες στιγμές του ήταν τα πολιτικά σχόλια εκεί όπου κανείς δεν το περίμενε. Στο φινάλε του σκετς με τον Ντόναλντ Τραμπ και την πίτσα, ζήτησε να δει το πιστοποιητικό γέννησής του, γιατί δεν πίστευε ότι είναι γεννημένος στη Νέα Υόρκη. Ακριβώς όπως ο Ντόναλντ Τραμπ το ζητούσε μανιωδώς από τον Ομπάμα, ξεκινώντας τη θεωρία συνωμοσίας ότι δεν έχει γεννηθεί στις ΗΠΑ και έτσι δεν μπορεί να γίνει πρόεδρος.


Το ίδιο «λάθος» με το μαχαιροπίρουνο έκανε και ο νέος δήμαρχος της Νέας Υόρκης, Μπιλ ντε Μπλάζιο. Παρόλο που ο Στιούαρτ τον στήριξε προεκλογικά και τον είχε καλέσει πολλές φορές στην εκπομπή του, δεν γλίτωσε τα δηκτικά σχόλια του παρουσιαστή. Ως δήμαρχος πλέον, ο Ντε Μπλάζιο αποφάσισε να ανακηρύξει την 6η Αυγούστου «Ημέρα του Τζον Στιούαρτ». Στην προκήρυξη, αφού τόνισε τη σημασία της εκπομπής και εκθείασε το έργο του, κατέληξε: «Υπόσχομαι ότι θα σε σκέφτομαι κάθε φορά που θα τρώω ένα κομμάτι πίτσα με μαχαιροπίρουνο».


Δείτε
Διαβάστε

Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, Τέχνες και Γράμματα, 15.08.2015

Το χρονικό των 40 ημερών που ταρακούνησαν την Ιαπωνία

Ριόκο Σεκιγκούτσι
Δεν είναι από σύμπτωση - Ιαπωνικό χρονικό
μτφρ.: Παναγιώτης Ευαγγελίδης
εκδ. Άγρα, σελ. 137












Η 11η Μαρτίου του 2011 είναι μια ημερομηνία που σημάδεψε τη σύγχρονη ιστορία της Ιαπωνίας. Eίναι η μέρα που ολόκληρη η χώρα ταρακουνήθηκε από έναν σεισμό 9 Ρίχτερ, και το τσουνάμι που προκλήθηκε, χτύπησε τις ανατολικές ακτές προκαλώντας μεγάλες καταστροφές και αναρίθμητους θανάτους.

Η Ριόκο Σεκιγκούτσι, ποιήτρια και μεταφράστρια, βρισκόταν στο Παρίσι –όπου ζει από το 1997– την ημέρα του σεισμού. Το παρόν βιβλίο είναι μια ημερολογιακή καταγραφή 40 ημερών, από την παραμονή του σεισμού ώς τις 30 Απριλίου. Δημιουργήθηκε αρχικά από την ανάγκη της Σεκιγκούτσι να καταγράψει τις σκέψεις, τους φόβους και την ανησυχία της. Γεγονότα τόσο καταστροφικά, φέρνουν αναπόφευκτα στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος όχι μόνο τους άμεσα πληγέντες, αλλά ακόμα και εκείνους που δυνητικά θα μπορούσαν να είχαν πληγεί.

Αυτό συμβαίνει και στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η συγγραφέας και άλλοι συμπατριώτες της που ζουν στη Γαλλία γίνονται ξαφνικά πρωταγωνιστές των συζητήσεων, αποδέκτες ανησυχίας και συμπαράστασης από φίλους, αλλά και επιθετικών συμπεριφορών από αγνώστους – χαρακτηριστικό παράδειγμα ένας Γάλλος που άλλαξε τραπέζι γιατί φοβόταν πως μια φίλη της Σεκιγκούτσι είναι «ραδιενεργή».

Την αφήγηση διαπερνά η πολλαπλώς εκπεφρασμένη ανησυχία και ο φόβος για τους συγγενείς της τον πρώτο καιρό, και για ολόκληρη τη χώρα αργότερα. Οσο περνούν οι μέρες εγκυμονεί ο κίνδυνος μιας ακόμα μεγαλύτερης, πυρηνικής, καταστροφής. Πολιτικοί και υψηλόβαθμα στελέχη της εταιρείας, που εκμεταλλευόταν τον αντιδραστήρα, έγιναν προνομιακά αντικείμενα οργής και κατηγορήθηκαν για τα ελλιπή μέτρα ασφαλείας.

Η απόσταση της Σεκιγκούτσι από τη χώρα της δημιουργεί μια ιδιότυπη συνθήκη, ένα μεταίχμιο μεταξύ εικόνων όπως το τσουνάμι –την οποία Γάλλοι φίλοι της χαρακτήριζαν εντυπωσιακή– και της πραγματικότητας. Μιας πραγματικότητας που για τους Ιάπωνες είναι βιωμένη πολλές φορές. Αυτός είναι ο λόγος που οι Ιάπωνες είναι πειθαρχημένοι και ήρεμοι σε βαθμό απάθειας όταν συμβαίνουν τέτοια γεγονότα. Δεν φταίει ούτε η θρησκεία ούτε κάποια ιδιαίτερη κοσμοθεωρία – όπως ακούγεται συχνά εκείνες τις ημέρες· υπεύθυνη γι’ αυτά είναι η συνήθεια. Οι εικόνες από παλαιότερες καταστροφές που επανέρχονται στον νου της συγγραφέως είναι τόσο πολλές που αλληλοκαλύπτονται. Παρ’ όλα αυτά, στην προκειμένη περίπτωση η ίδια νιώθει περισσότερο μια «καλά προστατευμένη Παριζιάνα».

Oταν θα ταξιδέψει πια στην Ιαπωνία ο μεγαλύτερος κίνδυνος έχει περάσει και η κανονικότητα έχει αρχίσει να επανέρχεται. Συναντά φίλους και καταγράφει μια σφαιρικότερη εικόνα για τα γεγονότα μέσω των εμπειριών τους. Η ένταση μειώνεται επειδή πλέον δεν υπάρχει η απόσταση να λειτουργεί μεγεθυντικά για κάθε τι που συμβαίνει.

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι λογοτεχνικές αναφορές σε καταστροφές στην ιαπωνική λογοτεχνία. Φίλοι, αλλά και η ίδια η Σεκιγκούτσι τις ανακαλούν. Ενας ποιητής σε μια εκδήλωση στο Παρίσι απαγγέλλει ένα ποίημα με θέμα τον σεισμό που το είχε επιλέξει μέρες πριν από την 11η Μαρτίου, άλλοι λογοτέχνες καταπιάνονται με αυτό το θέμα λίγες μέρες μετά την καταστροφή. Η λογοτεχνία και η γραφή είναι και αυτές στις κύριες θεματικές του βιβλίου.

Η συγγραφέας ανιχνεύει τη λειτουργία και τη χρησιμότητά τους σε αυτή την οριακή κατάσταση. Ξεχωρίζει το ημερολόγιό της από το υπόλοιπο λογοτεχνικό της έργο. Δρα ως «χρονικογράφος με την πρωταρχική έννοια του όρου». Γράφει για να ξορκίσει την πραγματικότητα, γράφει για να μπορέσει να αντεπεξέλθει σε αυτήν. Η αλήθεια είναι πως δεν τα καταφέρνει, γιατί όπως μαρτυρεί, είναι η πρώτη φορά που δεν γνωρίζει από πριν το τέλος αυτού που γράφει, για να παραδεχτεί αργότερα ότι θα είναι σίγουρα άσχημο.


Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, Τέχνες και Γράμματα, 04.07.2015

Ανάμεσα στην Αμερική και την Ιρλανδία

Κόλουμ ΜακΚαν
Υπερατλαντικός
μτφρ.: Κατερίνα Σχινά
εκδ. Καστανιώτη, σελ. 384











Μετά το βραβευμένο με National Book Award «Κι άσε τον κόσμο τον μεγάλο να γυρίζει» (Καστανιώτης, 2010), ο Κόλουμ ΜακΚαν επιστρέφει με ένα εξίσου φιλόδοξο μυθιστόρημα, για τις δύο του «πατρίδες», τις ΗΠΑ και την Ιρλανδία.

Το μυθιστόρημα χωρίζεται σε τρία επιμέρους βιβλία. Στο πρώτο, ο ΜακΚαν αφορμάται από τρία πραγματικά υπερατλαντικά ταξίδια, το καθένα από τα οποία έχει βαρύνουσα ιστορική σημασία. Το πρώτο το κάνουν ο Αλκοκ και ο Μπράουν το 1919. Ηταν οι πρώτοι που διέσχισαν τον Ατλαντικό με συνεχόμενη πτήση ταξιδεύοντας με ένα ειδικά διαμορφωμένο πολεμικό αεροπλάνο της εποχής.
Πρωταγωνιστής του δεύτερου είναι ο Φρέντερικ Ντάγκλας, πρώην σκλάβος που έγραψε ένα βιβλίο, και το 1845 ταξιδεύει στο σπίτι του εκδότη στην Ιρλανδία για να δώσει μια σειρά ομιλιών. Στο τρίτο, μεταφερόμαστε στο 1998 και στην -επιτυχή- προσπάθεια του Αμερικανού γερουσιαστή Τζορτζ Μίτσελ να κλείσει η ειρηνευτική συμφωνία στην Ιρλανδία που έμεινε γνωστή ως Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής.

Μόνο κοινό στοιχείο των τριών ταξιδιών είναι ο προορισμός. Κατά τα άλλα, τα συναισθήματα που γεννά η Ιρλανδία στον καθένα είναι διαφορετικά. Υστερα από ένα περιπετειώδες ταξίδι, οι πιλότοι τη βλέπουν σαν Γη της Επαγγελίας, ο Ντάγκλας καταφέρνει να εδραιώσει σε αυτήν τη συνθήκη της ελευθερίας του, ενώ ο Μίτσελ βρίσκεται συνεχώς στο επίκεντρο ατελέσφορων συζητήσεων τις οποίες βαραίνουν οι σκιές πολλών νεκρών.

Στο δεύτερο βιβλίο πρωταγωνίστριες γίνονται τρεις γυναίκες, μέλη μιας επινοημένης οικογένειας. Η Λίλι Ντάγκαν, η κόρη της, Εμιλι, και η εγγονή της, Λότι. Δεν είναι άγνωστες στον αναγνώστη καθώς έχουν εμφανιστεί στις ιστορίες του πρώτου βιβλίου. Η παρουσία τους δημιουργεί τον συνδετικό ιστό που έλειπε στο πρώτο μέρος του μυθιστορήματος.

Η ζωή του Ντάγκλας βοήθησε τη Λίλι, καμαριέρα στο σπίτι όπου φιλοξενούνταν στην Ιρλανδία, να πάρει την απόφαση να μεταναστεύσει στις ΗΠΑ αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον. Το κατόρθωμα των Αλκοκ και Μπράουν εντυπωσίασε την Εμιλι που το κάλυπτε δημοσιογραφικά. Στη δέκατη επέτειο ταξίδεψε και η ίδια στην Αγγλία για να συναντήσει τους πιλότους και να γράψει ένα άρθρο με αυτή την αφορμή. Μόνιμη συνεργάτιδά της η κόρη της, η φωτογράφος Λότι. Μέσα από τα μάτια της Λότι, ο ΜακΚαν περιγράφει την Ιρλανδία του ’70, με τις συνεχείς συμπλοκές που άφησαν πίσω τους νεκρούς, πολλές φορές ακόμα και αμάχους.

Το τρίτο και τελευταίο βιβλίο είναι αφιερωμένο στην κόρη της Λότι, τη Χάνα. Μεταφερόμαστε στο 2011, χρονιά που η κρίση έχει χτυπήσει και την -άλλοτε υπόδειγμα οικονομικής ανάπτυξης- Ιρλανδία. Η Χάνα είναι μια τραγική φιγούρα η οποία στα 71 της κάνει ό,τι μπορεί για να μην της πάρει η τράπεζα το σπίτι λόγω χρεών. Η πρωτοπρόσωπη αφήγησή της φέρει χαρακτηριστικά εξομολόγησης, αλλά μολονότι είναι ιδιαιτέρως συγκινητική, το μυθιστόρημα τελειώνει αθόρυβα, χωρίς κλιμάκωση.

Στον «Υπερατλαντικό», ο ΜακΚαν πραγματεύεται πανανθρώπινες θεματικές όπως η ελευθερία, η ειρήνη, η ματαιότητα, η σχέση του ανθρώπου με το παρελθόν του και η τυχαιότητα, χωρίς να ξεφεύγει ούτε σε έκταση ούτε σε πομπώδεις περιγραφές και συμβολισμούς. Μέσα από μια σύνθετη δομή που διατρέχει 150 χρόνια, στρέφει την προσοχή του στους χαρακτήρες που έχει πλάσει, καταφέρνοντας να μεταδώσει τα συναισθήματα και τις σκέψεις τους. Δίνει έτσι μια άλλη διάσταση στη συλλογική Ιστορία μέσα από την προσήλωση στις ατομικές διαδρομές.

Ωστόσο, δεν είναι και οι επτά αφηγήσεις εξίσου πετυχημένες· η ιστορία του Μίτσελ πάσχει σε σχέση με εκείνη των πιλότων, και η καταληκτική ιστορία της Χάνα σε σχέση με εκείνη της προγόνου της, Λίλι.

Παρ’ όλα αυτά καταδεικνύεται και πάλι πόσο χαρισματικός αφηγητής είναι ο ΜακΚαν, γιατί ακόμα και στις πιο αδύναμες στιγμές του  μυθιστορήματος,  η  γλώσσα, η  γλαφυρότητα  των  περιγραφών και  η  λεπτοδουλεμένη  αφήγηση με τις κοφτές προτάσεις μαγνητίζουν τον αναγνώστη, χάρις και στη μετάφραση της Κατερίνας Σχινά.


Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, Τέχνες και Γράμματα, 07.06.2015

Μια ιδιαίτερη βιογραφία

Ευθύμης Φιλίππου
Δημήτρη
εκδ. mnp, σελ. 64












Τη στιγμή που ανακοινώθηκε ότι μαζί με την πενταπλή κασετίνα με τις ανέκδοτες ζωντανές ηχογραφήσεις του Δημήτρη Μητροπάνου θα κυκλοφορήσει και το βιβλίο που έγραψε γι’ αυτόν ο Ευθύμης Φιλίππου, ξέραμε ότι θα διαβάζαμε ένα βιβλίο διαφορετικό. Αρχικά, και μόνο η είδηση ότι ο σεναριογράφος του «Κυνόδοντα», των «Αλπεων» και του «Lobster» έγραψε ένα βιβλίο για έναν από τους τελευταίους μεγάλους λαϊκούς τραγουδιστές προκάλεσε από μόνο του έκπληξη.

Εξίσου μεγάλη έκπληξη προκαλεί και η δομή του βιβλίου. Εντεκα άνθρωποι που έζησαν τον Δ. Μητροπάνο σε διαφορετικές χρονικές φάσεις της ζωής του μίλησαν, από διαφορετική οπτική γωνία ο καθένας, για την εμπειρία τους στον συγγραφέα. Εκείνος ανέλαβε να συνθέσει όλα όσα άκουσε σε έναν εναλλασσόμενο διάλογο χωρίς να μας αποκαλύπτει ποιος μιλάει κάθε φορά. Από τα συμφραζόμενα καταλαβαίνουμε ότι πρόκειται άλλοτε για τις κόρες του, άλλοτε για έναν παιδικό του φίλο ή κάποιον συνεργάτη, έναν ηχολήπτη, για εκείνους που έπαιζαν μπουζούκι στην ορχήστρα του αλλά και για τον ίδιο τον Ευθύμη Φιλίππου.

Φως στον άνθρωπο

Αποτέλεσμα είναι να μη δίνουμε ιδιαίτερη σημασία στο ποιος λέει τι, αλλά να επικεντρώνουμε το ενδιαφέρον μας στις πληροφορίες για τον βιογραφούμενο. Χτίζεται έτσι μεθοδικά το προφίλ του ανθρώπου πίσω από τον λαϊκό τραγουδιστή. Μαθαίνουμε για την προστατευτικότητα που έδειχνε στους ανθρώπους που είχε κοντά του, για τη γενναιοδωρία του, για την επιβλητικότητά του. Μαθαίνουμε και άλλα πράγματα, που ίσως τα φανταζόμασταν ― όπως ότι ήταν ισχυρογνώμων, λιγομίλητος και ότι με τους περισσότερους κοντινούς του ανθρώπους είχε τσακωθεί κάποια στιγμή, ενώ λίγο αργότερα αποφάσιζαν ξαφνικά να τα ξεχάσουν όλα και να είναι πάλι αγαπημένοι.
Μαθαίνουμε όμως και πράγματα που δεν θα μπορούσαμε να φανταστούμε, πιο προσωπικά, που αφορούσαν τις καθημερινές του συνήθειες και ιδιοτροπίες ― είχε μια συγκεκριμένη θέση σε κάθε χώρο του σπιτιού και δεν μπορούσε να κάτσει αλλού, κατάφερνε να εκπληρώνει τις γονεϊκές υποχρεώσεις παρά το άστατο ωράριο και είχε τη συνήθεια να πίνει τον καφέ του στην παιδική κούπα της κόρης του.

Φυσικά, η καλλιτεχνική ζωή του Μητροπάνου δεν θα μπορούσε να λείπει από το βιβλίο. Και εδώ, όμως, η ματιά που της ρίχνουμε είναι λοξή. Δεν προσέχουμε τις λεπτομέρειες που φωτίζονταν όταν έβγαινε στη σκηνή, αλλά εκείνες που έμεναν στο σκοτάδι. Διαβάζουμε για ένα ζευγάρι που σηκώθηκε να χορέψει τις «Δυο νύχτες» και τους αποπήρε λέγοντάς τους ότι «δεν είναι ταγκό»· ήταν το ίδιο τραγούδι που φοβόταν η γυναίκα του ότι δεν θα καταφέρει να το ολοκληρώσει την περίοδο που δεν ήταν καλά. Διαβάζουμε, επίσης, και για την εμπιστοσύνη που έδειχνε στους συνεργάτες του και για τις φιλίες που ανέπτυξε με κάποιους από αυτούς. Αυτό που αναδεικνύεται ακόμα και μέσα από αυτές τις αφηγήσεις είναι περισσότερο ο άνθρωπος και λιγότερο ο καλλιτέχνης.


Είναι μια βιογραφία ασυνήθιστη. Δεν είναι μια στιβαρή και αντικειμενική παρουσίαση της ζωής του Μητροπάνου, αλλά ένα έργο ιδιαίτερο, πιο κοντά στο ύφος του Ευθύμη Φιλίππου. Δεν χαρακτηρίζεται από αντικειμενικότητα και συναισθηματική αποστασιοποίηση, γιατί και οι έντεκα άνθρωποι που μιλάνε μιλάνε για έναν άνθρωπο που αγαπούσαν και τους λείπει. Η πυρετώδης προφορικότητα της γλώσσας ενισχύει την αίσθηση αυτή και την αποτυπώνει σχεδόν αδιαμεσολάβητα στις σελίδες του βιβλίου.



Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, Τέχνες και Γράμματα, 17.05.2015

Ενα πορτρέτο σε μία παράγραφο 92 σελίδων!

Εντουάρ Λεβέ
Αυτοπροσωπογραφία
μτφρ: Αχιλλέας Κυριακίδης
εκδ. opera, σελ. 112












«Στο θέμα ο εαυτός μου είμαι αστείρευτος», γράφει στo μέσoν της «Αυτοπροσωπογραφίας» ο Εντουάρ Λεβέ, αλλά μέχρι εκείνο το σημείο ο αναγνώστης έχει ήδη βεβαιωθεί. Για την ακρίβεια, από τις πρώτες σελίδες του γοητευτικού αυτού βιβλίου, μας καθίσταται σαφές: στην «Αυτοπροσωπογραφία» ο συγγραφέας μιλάει για τον εαυτό του.


Ο Λεβέ ήταν αυτοδίδακτος ζωγράφος και φωτογράφος. Εχει γράψει τρία βιβλία, φανερά επηρεασμένος από τους συγγραφείς του OuLiPo. Το μαρτυρεί η αναφορά στο μείζον έργο του Ζορζ Περέκ («Ζωή, οδηγίες χρήσεως») στην εναρκτήρια φράση. Την «Αυτοπροσωπογραφία» ακολούθησε η «Αυτοκτονία», όπου γράφει για την αυτοκτονία ενός πολύ καλού του φίλου. Αυτό έμελλε να είναι και το τελευταίο του βιβλίο, καθώς λίγες ημέρες αφού το είχε παραδώσει στον εκδότη του, αυτοκτόνησε και ο ίδιος.

Η «Αυτοπροσωπογραφία» είναι ένα πολύ ιδιαίτερο έργο. Κατ’ αρχήν, η δομή ξενίζει: είναι όλο μία παράγραφος που εκτείνεται και στις 92 σελίδες του κειμένου χωρίς σταματημό. Αποτελείται από μικρές, κοφτές προτάσεις που μοιάζουν ατάκτως ερριμμένες. Τις περισσότερες φορές δεν συνδέονται με κάποιον νοηματικό ιστό, είναι σαν μικροί αφορισμοί που ο καθένας μάς αποκαλύπτει κι ένα κομμάτι του συγγραφέα. Ετσι, δίνεται η δυνατότητα να διαβαστεί με πολλούς τρόπους, ακόμα και από την τελευταία σελίδα στην πρώτη, χωρίς κανείς να χάνει το νόημα.



«Η λεπτομερειακή περιγραφή της ζωής μου θα μου ’παιρνε περισσότερο χρόνο απ’ όσο μου πήρε να τη ζήσω». Γι’ αυτό τον λόγο ο Λεβέ επιλέγει να παραθέσει ένα πλήθος ασήμαντων και σημαντικών λεπτομερειών για τη ζωή του, τις προτιμήσεις του, την καθημερινότητά του, τον σωματότυπό του, τον τρόπο που ντύνεται, που τρώει, που κάνει έρωτα, που φωτογραφίζει, που γράφει. Αυτές οι καταγραφές είναι εμποτισμένες με ειρωνεία, χιούμορ, αυτοσαρκασμό, αλλά και παραίτηση, πικρία και συχνές αναφορές σε μια πιθανή αυτοκτονία του, οι οποίες –μιας και γνωρίζουμε τη συνέχεια της ζωής του– είναι ανατριχιαστικές. Κυρίως, όμως, χαρακτηρίζονται από ειλικρίνεια, αφού σε κάποιο σημείο ομολογεί: «Ο,τι γράφω είναι αλήθεια, αλλά τι σημασία έχει;».



Η ανάγνωση της «Αυτοπροσωπογραφίας» είναι απαιτητική, γιατί δεν υπάρχει γραμμικότητα και συνέχεια. Ο τρόπος που έχει επιλέξει να παραθέσει τις πληροφορίες είναι ιδιόρρυθμος, και μοιάζει να βγάζει τη γλώσσα κοροϊδευτικά στον αναγνώστη, αλλά και στην ίδια τη ζωή, όταν μπορεί να γράφει για την έκτρωση που έκανε κάποια σύντροφός του ή για τον φίλο του που αυτοκτόνησε και αμέσως μετά για τα εστιατόρια ή το Levi’s 501. Το αποτέλεσμα είναι χαοτικό και καθηλωτικό ταυτόχρονα. Κάθε επόμενη φράση προκαλεί έκπληξη, ενώ ακόμα δεν έχει περάσει η επήρεια της προηγούμενης. Κάθε πρόταση αποκαλύπτει μία ακόμα στρώση πληροφοριών για τον συγγραφέα, αλλά ταυτόχρονα συμβαίνει κάτι απροσδόκητο: όσο περισσότερα μαθαίνουμε, εντείνεται η βεβαιότητα ότι είναι πολύ περισσότερα αυτά που μας αποκρύπτονται.



Παρά την αίσθηση περί του αντιθέτου, δεν μένει τίποτα στην τύχη. Ο Λεβέ χτίζει ένα προσεκτικό πορτρέτο του εαυτού του, ο καλλιτέχνης γίνεται ο ίδιος έκθεμα. Σαν πουαντιγιστής ζωγράφος, ο οποίος αντί για πινέλα και μπογιές χρησιμοποιεί θραύσματα της ζωής του για να κατασκευάσει την αυτοπροσωπογραφία του. Αλλωστε, το παραδέχεται: «Δεν γράφω ιστορίες. Δεν γράφω μυθιστορήματα. Δεν γράφω διηγήματα. Δεν γράφω θεατρικά έργα. Δεν γράφω ποιήματα. [...] Γράφω θραύσματα».




Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, Τέχνες και Γραμματα, 05.04.2015

Η συγγραφή είναι βασανιστήριο κατά τον Ροθ

Φίλιπ Ροθ
Διαβάζοντας τον εαυτό μου και άλλους
μτφρ: Κατερίνα Σχινά
εκδ. Πόλις, σελ. 432













Το 2012, δεκαέξι μέρες προτού ο Φίλιπ Ροθ ανακοινώσει ότι σταματάει να γράφει, ένας σερβιτόρος τον πλησίασε σε ένα εβραϊκό ντέλι της Νέας Υόρκης και του έδωσε ένα αντίτυπο από το άρτι εκδοθέν βιβλίο του. Οπως αυτός έγραψε λίγο αργότερα στο The Paris Review, ο Ροθ τον συμβούλεψε τότε να σταματήσει να γράφει: «Η συγγραφή είναι ένα βασανιστήριο. Γράφεις - γράφεις, και πρέπει να πετάξεις  σχεδόν  όλα όσα έγραψες γιατί δεν είναι καλά. [...] Δεν θες να το κάνεις αυτό στον εαυτό σου».

Στο τελευταίο βιβλίο του Ροθ που εκδόθηκε στη χώρα μας, «Διαβάζοντας τον εαυτό μου και άλλους», συναντούμε τον συγγραφέα σε μία εντελώς διαφορετική φάση της ζωής του. Τα κείμενα που εμπεριέχονται έχουν γραφτεί από το 1961 μέχρι το 1985, ολοκληρώνονται δηλαδή τη στιγμή που έχει εκδοθεί το τελευταίο βιβλίο της «τετραλογίας του Ζούκερμαν», και πριν κυκλοφορήσει η «Αντιζωή». Οπότε, είναι αναμενόμενο η άποψή του για το γράψιμο να είναι διαφορετική. Χαρακτηριστικά, στο κείμενό του «Πώς σου ήρθε να γράψεις αυτό το βιβλίο τελοσπάντων;», περιγράφει τη διαδικασία συγγραφής του μυθιστορήματος «Το σύνδρομο Πόρτνοϊ» που τον έκανε εν μια νυκτί διάσημο, και αποκαλύπτει ότι το Πόρτνοϊ προέκυψε από στοιχεία που χρησιμοποίησε σε τέσσερα άλλα βιβλία τα οποία έγραψε και μετά «πέταξε». Οπως όμως επαναλαμβάνει συχνά, είναι συμφιλιωμένος με αυτό, αυτή είναι η διαδικασία με την οποία γράφει. Δεν είναι ευχάριστη, αλλά είναι η μόνη αποδοτική για κάποιον που ζει από τα βιβλία του.


Το παραπάνω κείμενο βρίσκεται στο πρώτο μέρος του βιβλίου, που είναι αφιερωμένο στον Ροθ «ως αναγνώστη και αναγνωσμένο». Πρόκειται κατά κύριο λόγο για συνεντεύξεις που είχε δώσει σε διάφορα έντυπα (συμπεριλαμβανομένης και μιας που έδωσε στον εαυτό του!), και άρθρα στα οποία αναλύει πτυχές του έργου του. Για τον Ελληνα αναγνώστη ενδιαφέρον παρουσιάζει και η συνέντευξη που αναφέρεται στο -αμετάφραστο μέχρι στιγμής- σατιρικό μυθιστόρημα «Η συμμορία μας», όπου σε μια συζήτηση για τη σάτιρα και την πολιτική αναπτύσσει τα εχθρικά του συναισθήματα για τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ, Ρίτσαρντ Νίξον, και μας δίνει μια ιδέα από την ένταση με την οποία διεξαγόταν ο διάλογος την περίοδο του πολέμου του Βιετνάμ και του σκανδάλου Watergate.


Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου το κέντρο βάρους μετατοπίζεται ελάχιστα, καθώς αποτελείται από άρθρα και δοκίμια: συναντούμε ξανά τα θέματα που τον απασχολούν, για παράδειγμα την εβραϊκότητα, και το πώς είναι να είσαι Αμερικανοεβραίος συγγραφέας την εποχή εκείνη, μόνο που εδώ αναπτύσσονται αναλυτικότερα και εις βάθος. Ακόμα και στα κείμενα που έχει γράψει για άλλους συγγραφείς -τρεις εισαγωγές και ένα αριστουργηματικό κείμενο για τον Κάφκα-, σημείο αναφοράς είναι ο ίδιος και οι εμμονές του.


Ολόκληρο το βιβλίο διακατέχεται από έναν -καλώς εννοούμενο- εγωκεντρισμό. Καθ’ όλο το διάστημα που καλύπτουν τα κείμενα του βιβλίου, ο Ροθ δημοσιεύει διαρκώς μυθιστορήματα που προκαλούν ποικίλες αντιδράσεις και κριτικές, στις οποίες χρειάζεται να απαντάει. Σε καμία περίπτωση όμως δεν πρόκειται για ένα βιβλίο απολογίας. Παραμένοντας εριστικός, ειρωνικός και προκλητικός, και χρησιμοποιώντας έναν πυκνό και αφοριστικό λόγο, αναμετριέται ευθέως με τους επικριτές του (η πολύ καλή μετάφραση της Κατερίνας Σχινά και οι πολλές σημειώσεις εντείνουν την αναγνωστική απόλαυση). Αυτό που βρίσκουμε εν τέλει είναι μία αρχιτεκτονική τομή στο ιδιαίτερο λογοτεχνικό στυλ αυτού του μεγάλου συγγραφέα. Το πόσο σημαντικό είναι το στυλ για τον ίδιο, αλλά και για τη συγγραφή γενικότερα, συνοψίζεται σε μια αποστροφή του σχετικά με το ύφος γραφής: «Το κόλπο είναι να μετατραπείς από απλό ουσιαστικό σε επίθετο και, για να το πετύχεις, ο καλύτερος τρόπος είναι να πεθάνεις».


Οταν ο σερβιτόρος του νεοϋορκέζικου ντέλι έδωσε το βιβλίο του στον Ροθ εκείνος το κοίταξε και είπε: «Εξαιρετικός τίτλος. Εκπλήσσομαι που δεν τον είχα σκεφτεί εγώ». Ο τίτλος του βιβλίου ήταν “Balls”. Ο Ροθ δεν έχει πεθάνει και αυτή ήταν μια πολύ «ροθική» απάντηση.


Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, Τέχνες και Γράμματα, 08.03.2015