Τρίτη, 8 Σεπτεμβρίου 2015

Η συγγραφή είναι βασανιστήριο κατά τον Ροθ

Φίλιπ Ροθ
Διαβάζοντας τον εαυτό μου και άλλους
μτφρ: Κατερίνα Σχινά
εκδ. Πόλις, σελ. 432













Το 2012, δεκαέξι μέρες προτού ο Φίλιπ Ροθ ανακοινώσει ότι σταματάει να γράφει, ένας σερβιτόρος τον πλησίασε σε ένα εβραϊκό ντέλι της Νέας Υόρκης και του έδωσε ένα αντίτυπο από το άρτι εκδοθέν βιβλίο του. Οπως αυτός έγραψε λίγο αργότερα στο The Paris Review, ο Ροθ τον συμβούλεψε τότε να σταματήσει να γράφει: «Η συγγραφή είναι ένα βασανιστήριο. Γράφεις - γράφεις, και πρέπει να πετάξεις  σχεδόν  όλα όσα έγραψες γιατί δεν είναι καλά. [...] Δεν θες να το κάνεις αυτό στον εαυτό σου».

Στο τελευταίο βιβλίο του Ροθ που εκδόθηκε στη χώρα μας, «Διαβάζοντας τον εαυτό μου και άλλους», συναντούμε τον συγγραφέα σε μία εντελώς διαφορετική φάση της ζωής του. Τα κείμενα που εμπεριέχονται έχουν γραφτεί από το 1961 μέχρι το 1985, ολοκληρώνονται δηλαδή τη στιγμή που έχει εκδοθεί το τελευταίο βιβλίο της «τετραλογίας του Ζούκερμαν», και πριν κυκλοφορήσει η «Αντιζωή». Οπότε, είναι αναμενόμενο η άποψή του για το γράψιμο να είναι διαφορετική. Χαρακτηριστικά, στο κείμενό του «Πώς σου ήρθε να γράψεις αυτό το βιβλίο τελοσπάντων;», περιγράφει τη διαδικασία συγγραφής του μυθιστορήματος «Το σύνδρομο Πόρτνοϊ» που τον έκανε εν μια νυκτί διάσημο, και αποκαλύπτει ότι το Πόρτνοϊ προέκυψε από στοιχεία που χρησιμοποίησε σε τέσσερα άλλα βιβλία τα οποία έγραψε και μετά «πέταξε». Οπως όμως επαναλαμβάνει συχνά, είναι συμφιλιωμένος με αυτό, αυτή είναι η διαδικασία με την οποία γράφει. Δεν είναι ευχάριστη, αλλά είναι η μόνη αποδοτική για κάποιον που ζει από τα βιβλία του.


Το παραπάνω κείμενο βρίσκεται στο πρώτο μέρος του βιβλίου, που είναι αφιερωμένο στον Ροθ «ως αναγνώστη και αναγνωσμένο». Πρόκειται κατά κύριο λόγο για συνεντεύξεις που είχε δώσει σε διάφορα έντυπα (συμπεριλαμβανομένης και μιας που έδωσε στον εαυτό του!), και άρθρα στα οποία αναλύει πτυχές του έργου του. Για τον Ελληνα αναγνώστη ενδιαφέρον παρουσιάζει και η συνέντευξη που αναφέρεται στο -αμετάφραστο μέχρι στιγμής- σατιρικό μυθιστόρημα «Η συμμορία μας», όπου σε μια συζήτηση για τη σάτιρα και την πολιτική αναπτύσσει τα εχθρικά του συναισθήματα για τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ, Ρίτσαρντ Νίξον, και μας δίνει μια ιδέα από την ένταση με την οποία διεξαγόταν ο διάλογος την περίοδο του πολέμου του Βιετνάμ και του σκανδάλου Watergate.


Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου το κέντρο βάρους μετατοπίζεται ελάχιστα, καθώς αποτελείται από άρθρα και δοκίμια: συναντούμε ξανά τα θέματα που τον απασχολούν, για παράδειγμα την εβραϊκότητα, και το πώς είναι να είσαι Αμερικανοεβραίος συγγραφέας την εποχή εκείνη, μόνο που εδώ αναπτύσσονται αναλυτικότερα και εις βάθος. Ακόμα και στα κείμενα που έχει γράψει για άλλους συγγραφείς -τρεις εισαγωγές και ένα αριστουργηματικό κείμενο για τον Κάφκα-, σημείο αναφοράς είναι ο ίδιος και οι εμμονές του.


Ολόκληρο το βιβλίο διακατέχεται από έναν -καλώς εννοούμενο- εγωκεντρισμό. Καθ’ όλο το διάστημα που καλύπτουν τα κείμενα του βιβλίου, ο Ροθ δημοσιεύει διαρκώς μυθιστορήματα που προκαλούν ποικίλες αντιδράσεις και κριτικές, στις οποίες χρειάζεται να απαντάει. Σε καμία περίπτωση όμως δεν πρόκειται για ένα βιβλίο απολογίας. Παραμένοντας εριστικός, ειρωνικός και προκλητικός, και χρησιμοποιώντας έναν πυκνό και αφοριστικό λόγο, αναμετριέται ευθέως με τους επικριτές του (η πολύ καλή μετάφραση της Κατερίνας Σχινά και οι πολλές σημειώσεις εντείνουν την αναγνωστική απόλαυση). Αυτό που βρίσκουμε εν τέλει είναι μία αρχιτεκτονική τομή στο ιδιαίτερο λογοτεχνικό στυλ αυτού του μεγάλου συγγραφέα. Το πόσο σημαντικό είναι το στυλ για τον ίδιο, αλλά και για τη συγγραφή γενικότερα, συνοψίζεται σε μια αποστροφή του σχετικά με το ύφος γραφής: «Το κόλπο είναι να μετατραπείς από απλό ουσιαστικό σε επίθετο και, για να το πετύχεις, ο καλύτερος τρόπος είναι να πεθάνεις».


Οταν ο σερβιτόρος του νεοϋορκέζικου ντέλι έδωσε το βιβλίο του στον Ροθ εκείνος το κοίταξε και είπε: «Εξαιρετικός τίτλος. Εκπλήσσομαι που δεν τον είχα σκεφτεί εγώ». Ο τίτλος του βιβλίου ήταν “Balls”. Ο Ροθ δεν έχει πεθάνει και αυτή ήταν μια πολύ «ροθική» απάντηση.


Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, Τέχνες και Γράμματα, 08.03.2015

Δεν υπάρχουν σχόλια: