Σάββατο, 21 Ιουλίου 2012

Εθισμός στον Θανάση Βαλτινό


Χθες μέσα σε όλα τα άλλα που έκανα διάβαζα και λίγο από τα διηγήματα του Θανάση Βαλτινού που βρίσκονται στο βιβλίο Εθισμός στη Νικοτίνη. Ο Βαλτινός είναι το νέο μου κόλλημα από τον Δεκέμβρη που η Αγιάτη μού πρότεινε με ενθουσιώδη λόγια να τον διαβάσω, και θα την ευχαριστώ κάθε φορά που τελειώνω ένα βιβλίο του.

Σε ένα από τα διηγήματα διάβασα τη -συγκλονιστική- φράση: "Αλλά οι έρωτες δεν είναι για να πραγματώνονται. Γιατί τότε τι έρωτες θα ήσαν."



Το ποστ, όμως, αυτό το ξεκίνησα για να σας πω ευχαριστώ για όλες τις ευχές που μου στείλατε χτες για τα γενέθλιά μου, με ένα μικρό διήγημα από αυτή τη συλλογή. Ευτυχώς το βρήκα εδώ και γλίτωσα την πληκτρολόγηση.

Μου αφήνεις πενήντα δραχμές για τσιγάρα;


Εκείνα τα χρόνια δούλευα στο αγώγι. Τρίπολη-Αθήνα εξακόσιες δραχμές. Είχα μια κράισλερ, πετούσε. Δεκατρείς Μαΐου, με το παλαιό. Έκανε μια ζέστη, χρόνια είχα να τη  θυμηθώ. Μετράω με το παλαιό εγώ. Ήρθε ένας, είχε το παιδί του διφθερίτη. Το είχε κουβαλήσει πρώτα στον Παπαδημητρίου. Σπουδασμένος στη Γαλλία ο Παπαδημητρίου. Του λέει, πάρε το αεροπλάνο να το πας στην Αθήνα το παιδί. Δεν είχαν τα μέσα εδώ.
Έρχεται αυτός με τη γυναίκα του, μπαίνουν στην κούρσα χωρίς συμφωνία.
-Από πού είσαι; τον ρωτάω.
-Από το Βαλτεσινίκο, μου λέει.
Το πατάω εγώ το αυτοκίνητο, τα φώτα αναμμένα, έντεκα το πρωί, άντε δώδεκα. Κάνω δυόμισι ώρες μέχρι το Παίδων. Τότε, με κείνους τους δρόμους. Σταματάω μπροστά στην πύλη, βγαίνει τώρα ο άντρας με το αγοράκι αγκαλιά. Θα ήταν ως τριών ετών. Το πηγαίνει μέσα. Εγώ περίμενα.
Έρχεται καμιά φορά, του λέω: Τι έγινε;
Μου λέει θα το γλιτώσω, το έμπασαν στο θάλαμο. Μου λέει τι σου χρωστάω;
Τι να του γυρέψω, όσα ήθελα μπορούσα, δε με είχε συμφωνήσει. Αλλά με μισό παπούτσι ήτανε.
Του λέω είσαι ευχαριστημένος να μου δώσεις πεντακόσιες δραχμές;
Βγάζει ένα πεντακοσάρικο, εκείνο είχε όλο κι όλο.
Τον είδα που δίσταζε.
-Τι είναι;
Μου αφήνεις, λέει, πενήντα δραχμές να πάρω τσιγάρα;
Ντρεπότανε.
-Και για ναύλα, να πάω εδώ στο Αιγάλεω, σ’ ένα συγγενή μου;
Του λέω δώσ’ μου τέσσερα κατοστάρικα.
Τι να του πω που ήταν με μισό παπούτσι.

Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2012

κρακ


Ανακάλυψα την μυωπία μου στην τρίτη γυμνασίου. Τα γυαλιά τα φορούσα μόνο μέσα στο μάθημα ή μπροστά στον υπολογιστή. Πίστευα ότι δεν μου πήγαιναν καθόλου. Άρχισα να τα φοράω συνέχεια κάποια στιγμή στην πρώτη λυκείου, επειδή μια κοπέλα που μου άρεσε μου είπε ότι μου πάνε μια μέρα που ξεχάστηκα και βγήκα με αυτά στο προαύλιο.
Τα κόκκινα τα αγόρασα στο πρώτο έτος. Ήμουν ανάμεσα σε αυτά και σε κάποια μπλε ελεκτρίκ. Ο πωλητής είχε πάθει πλάκα που δοκίμασα όλα τα κοκάλινα του μαγαζιού και κατέληξα σε αυτά τα δύο. Την πρώτη βραδιά που τα φόρεσα στη Θεσσαλονίκη ενώ ήμασταν έξω και χορεύαμε με κάποιο τρόπο μια φίλη μου τα έσπρωξε με δύναμη και χάθηκαν μέσα στον κόσμο. Ήμουν τόσο μεθυσμένος που της είπα ότι θα πάρω άλλα. Κι αυτή άλλο τόσο που τα έψαχνε για μισή ώρα και τα βρήκε.

Χθες την ώρα που γυρνούσαμε από το Αϊντχόβεν έβρεχε. Στην εθνική οδό είχε κίνηση. Κάποια στιγμή είδα ένα αυτοκίνητο λίγο πιο μπροστά από εμάς να βρίσκεται κάθετα στο δρόμο. Νομίζω πως το είπα στον οδηγό. Μπορεί και όχι. Ανάμεσά μας υπήρχε ένα μικρό βαν. Πέσαμε πάνω στο βαν. Δεν θυμάμαι αν είδα τον αερόσακο ενώ έβγαινε ή αφού χτύπησα πάνω του και άνοιξα τα μάτια.

Λίγα χιλιόμετρα πριν γίνει αυτό συζητούσαμε για τις κλήσεις στην Ελλάδα και στην Ολλανδία, για την τήρηση των νόμων και για το αν και πόσο υποχρεωτικό είναι να φοράς ζώνη. "Ε στην Ολλανδία πάντα φοράμε" - εκεί καταλήξαμε.

Τα γυαλιά μου έσπασαν. Ευτυχώς μόνο αυτά. Εδώ και μήνες έλεγα ότι ήθελα να τα αλλάξω, τώρα στεναχωριέμαι λίγο που υποχρεώνομαι.