Τρίτη, 8 Σεπτεμβρίου 2015

Ανάμεσα στην Αμερική και την Ιρλανδία

Κόλουμ ΜακΚαν
Υπερατλαντικός
μτφρ.: Κατερίνα Σχινά
εκδ. Καστανιώτη, σελ. 384











Μετά το βραβευμένο με National Book Award «Κι άσε τον κόσμο τον μεγάλο να γυρίζει» (Καστανιώτης, 2010), ο Κόλουμ ΜακΚαν επιστρέφει με ένα εξίσου φιλόδοξο μυθιστόρημα, για τις δύο του «πατρίδες», τις ΗΠΑ και την Ιρλανδία.

Το μυθιστόρημα χωρίζεται σε τρία επιμέρους βιβλία. Στο πρώτο, ο ΜακΚαν αφορμάται από τρία πραγματικά υπερατλαντικά ταξίδια, το καθένα από τα οποία έχει βαρύνουσα ιστορική σημασία. Το πρώτο το κάνουν ο Αλκοκ και ο Μπράουν το 1919. Ηταν οι πρώτοι που διέσχισαν τον Ατλαντικό με συνεχόμενη πτήση ταξιδεύοντας με ένα ειδικά διαμορφωμένο πολεμικό αεροπλάνο της εποχής.
Πρωταγωνιστής του δεύτερου είναι ο Φρέντερικ Ντάγκλας, πρώην σκλάβος που έγραψε ένα βιβλίο, και το 1845 ταξιδεύει στο σπίτι του εκδότη στην Ιρλανδία για να δώσει μια σειρά ομιλιών. Στο τρίτο, μεταφερόμαστε στο 1998 και στην -επιτυχή- προσπάθεια του Αμερικανού γερουσιαστή Τζορτζ Μίτσελ να κλείσει η ειρηνευτική συμφωνία στην Ιρλανδία που έμεινε γνωστή ως Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής.

Μόνο κοινό στοιχείο των τριών ταξιδιών είναι ο προορισμός. Κατά τα άλλα, τα συναισθήματα που γεννά η Ιρλανδία στον καθένα είναι διαφορετικά. Υστερα από ένα περιπετειώδες ταξίδι, οι πιλότοι τη βλέπουν σαν Γη της Επαγγελίας, ο Ντάγκλας καταφέρνει να εδραιώσει σε αυτήν τη συνθήκη της ελευθερίας του, ενώ ο Μίτσελ βρίσκεται συνεχώς στο επίκεντρο ατελέσφορων συζητήσεων τις οποίες βαραίνουν οι σκιές πολλών νεκρών.

Στο δεύτερο βιβλίο πρωταγωνίστριες γίνονται τρεις γυναίκες, μέλη μιας επινοημένης οικογένειας. Η Λίλι Ντάγκαν, η κόρη της, Εμιλι, και η εγγονή της, Λότι. Δεν είναι άγνωστες στον αναγνώστη καθώς έχουν εμφανιστεί στις ιστορίες του πρώτου βιβλίου. Η παρουσία τους δημιουργεί τον συνδετικό ιστό που έλειπε στο πρώτο μέρος του μυθιστορήματος.

Η ζωή του Ντάγκλας βοήθησε τη Λίλι, καμαριέρα στο σπίτι όπου φιλοξενούνταν στην Ιρλανδία, να πάρει την απόφαση να μεταναστεύσει στις ΗΠΑ αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον. Το κατόρθωμα των Αλκοκ και Μπράουν εντυπωσίασε την Εμιλι που το κάλυπτε δημοσιογραφικά. Στη δέκατη επέτειο ταξίδεψε και η ίδια στην Αγγλία για να συναντήσει τους πιλότους και να γράψει ένα άρθρο με αυτή την αφορμή. Μόνιμη συνεργάτιδά της η κόρη της, η φωτογράφος Λότι. Μέσα από τα μάτια της Λότι, ο ΜακΚαν περιγράφει την Ιρλανδία του ’70, με τις συνεχείς συμπλοκές που άφησαν πίσω τους νεκρούς, πολλές φορές ακόμα και αμάχους.

Το τρίτο και τελευταίο βιβλίο είναι αφιερωμένο στην κόρη της Λότι, τη Χάνα. Μεταφερόμαστε στο 2011, χρονιά που η κρίση έχει χτυπήσει και την -άλλοτε υπόδειγμα οικονομικής ανάπτυξης- Ιρλανδία. Η Χάνα είναι μια τραγική φιγούρα η οποία στα 71 της κάνει ό,τι μπορεί για να μην της πάρει η τράπεζα το σπίτι λόγω χρεών. Η πρωτοπρόσωπη αφήγησή της φέρει χαρακτηριστικά εξομολόγησης, αλλά μολονότι είναι ιδιαιτέρως συγκινητική, το μυθιστόρημα τελειώνει αθόρυβα, χωρίς κλιμάκωση.

Στον «Υπερατλαντικό», ο ΜακΚαν πραγματεύεται πανανθρώπινες θεματικές όπως η ελευθερία, η ειρήνη, η ματαιότητα, η σχέση του ανθρώπου με το παρελθόν του και η τυχαιότητα, χωρίς να ξεφεύγει ούτε σε έκταση ούτε σε πομπώδεις περιγραφές και συμβολισμούς. Μέσα από μια σύνθετη δομή που διατρέχει 150 χρόνια, στρέφει την προσοχή του στους χαρακτήρες που έχει πλάσει, καταφέρνοντας να μεταδώσει τα συναισθήματα και τις σκέψεις τους. Δίνει έτσι μια άλλη διάσταση στη συλλογική Ιστορία μέσα από την προσήλωση στις ατομικές διαδρομές.

Ωστόσο, δεν είναι και οι επτά αφηγήσεις εξίσου πετυχημένες· η ιστορία του Μίτσελ πάσχει σε σχέση με εκείνη των πιλότων, και η καταληκτική ιστορία της Χάνα σε σχέση με εκείνη της προγόνου της, Λίλι.

Παρ’ όλα αυτά καταδεικνύεται και πάλι πόσο χαρισματικός αφηγητής είναι ο ΜακΚαν, γιατί ακόμα και στις πιο αδύναμες στιγμές του  μυθιστορήματος,  η  γλώσσα, η  γλαφυρότητα  των  περιγραφών και  η  λεπτοδουλεμένη  αφήγηση με τις κοφτές προτάσεις μαγνητίζουν τον αναγνώστη, χάρις και στη μετάφραση της Κατερίνας Σχινά.


Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, Τέχνες και Γράμματα, 07.06.2015

Δεν υπάρχουν σχόλια: