Δευτέρα, 3 Μαΐου 2010

Συγκοινωνιακές περιπτύξεις, by R.

Τα αστικά. Μεγάλη εφεύρεση. Περιμένεις, περιμένεις (ενίοτε περιμένεις κι άλλο κι ακόμη λίγο) και αυτά περνάνε προγραμματισμένα (κάπως) και ανοίγουν φσσστ τις πόρτες τους διάπλατα και εσύ στριμώχνεσαι από’ δω, τραβάς τα πόδι να μην σου το κλείσει η πόρτα από’ κει, ξεσκαλώνεις την τσάντα ανάμεσα από τα αβυσσαλέα στέρνα των αξιολάτρευτων γιαγιάδων που μπαστακώθηκαν στην είσοδο(καμιά μέρα θα πιάσω καμία και θα τη ρωτήσω «γιατί έχεις στηθεί σαν τσολιάς στα ανάκτορα μπροστά στην είσοδο, τον Ο.Α.Σ.Θ. μου μέσα;; αφού σε επτά στάσεις κατεβαίνεις!!!), σου πέφτουν τα ακουστικά απ’ το mp3, πας να τα επαναφέρεις, σου πέφτει το εισιτήριο, γυρνάς να το πιάσεις και άθελά σου σπρώχνεις τον πισινό και τον μπροστινό σου και πάει λέγοντας.

Έτσι, κάθε μέρα πας, έρχεσαι, εδώ, εκεί. Κάποιες μέρες, μέρες με νεύρα και αγανάκτηση, εύχεσαι να ζούσες σε ένα χωριό στο Νεπάλ, με μία κατσίκα (όχι, δύο είναι πολλές - μία φτάνει) και μία κότα και ο μακρινότερος προορισμός να ήταν το ρυάκι κάτω απ’ το σπίτι σου – ποιο σπίτι, δηλαδή, την καλύβα εννοώ. Ξέρεις, εκείνες οι μέρες που σε εκνευρίζουν τα πάντα, ακόμα και τα πόμολα στις πόρτες διότι δεν εφαρμόζουν πλήρως στην παλάμη σου.

Άλλες πάλι μέρες δε σε νοιάζει. Όχι, οι γριές ακόμη στην πόρτα κάθονται, απλά, εσένα δε σε νοιάζει. Είναι από εκείνες τις μέρες που χωρίς λόγο είσαι χαρούμενη. Όχι, δεν έγινε κάτι, απλά είσαι έτσι, χαρούμενη. Και δεν πειράζει η κίνηση, και δεν πειράζει η ζέστη, και το στρίμωγμα είναι τόσο μα τόσο λίγο και αμυδρό που ούτε καν νιώθεις τον μεσόκοπο κύριο να στηρίζεται πάνω στην πλάτη σου όση ώρα προσπαθεί να «χτυπήσει» το εισιτήριο. Είναι εκείνες οι μέρες που το λεωφορείο καθυστερεί μα, για κάποιο λόγο, δεν πειράζει.

Τι έλεγα, α, ναι, τα αστικά… Αναγκαίο κακό. Ταξί κάθε μέρα δε γίνεται. Και να θες, θα μείνεις χωρίς λεφτά και δε λέει. Οπότε στριμώχνεσαι κυριολεκτικά για να μην στριμωχτείς οικονομικά. Και αμάξι «δεν παίζει» με τίποτα – προς το παρόν τουλάχιστον. Στάση – εισιτήριο – ο ποπός σου πάνω στον ποπό μου. Μια μέρα λοιπόν, από αυτές που δε σε νοιάζει, τις «δεν ‘πα ν’ αργήσει μέχρι μεθαύριο το γαμημένο το λεωφορείο» μέρες, επιβιβάστηκα κι εγώ σε ένα για να πάω σπιτάκι μου – Κυριακή απόγευμα στη Θεσσαλονίκη κάποια στιγμή το Μάη.

Κλασικός πανικός. Χέρια εδώ, πόδια εκεί, σακούλες, λουλούδια (γαμώ την ανθοέκθεση γαμώ!) καλάμια ψαρέματος (!) και άλλα πολλά. Και σε μια θέση μία μαμά με δύο παιδάκια, ένα κοριτσάκι που καθόταν στην αγκαλιά της, και ένα αγοράκι που καθόταν ακριβώς απέναντι. Το κοριτσάκι ήρεμα πράγματα: αγκαλίτσες, ναζάκια και χαδάκια με τη μαμά. Το αγοράκι όμως… Έκατσε στη θέση με όλους τους πιθανούς τρόπους. Ορθόδοξα, ξέρεις, ποπουδάκι στο πάνω μέρος και ποδαράκια να κρέμονται, γονατιστός, όρθιος, ένα πόδι πάνω – ένα πόδι κάτω, μόνο χέρια πάνω, στο πλάι, διαγώνια, έπιανε τον ορθοστάτη και έκανε σαν στριπτιζέζ σε πρεμιέρα, τραβούσε με λύσσα τη μία μεριά της καρέκλας (όχι, καμάρι μου, δεν ξεκολλάει!) κλπ κλπ. Το Κάμα Σούτρα της θέσης μιλάμε! Η μαμά ήρεμη (τι να έκανε;) η αδερφούλα στο ίδιο στυλ (αγκαλίτσες, ναζάκια, μυτούλες) αλλά αυτός εκεί, ασταμάτητος.

Κάποια στιγμή – και αφού είχα αρχίσει να ζαλίζομαι κάπως, είναι η αλήθεια – ένας κύριος που καθότανε δίπλα (εδώ να σημειώσω ότι εγώ ήμουν όρθια…) έριξε ένα δολοφονικό βλέμμα στον μικρό και του είπε: «Σταμάτα πια βρε! Δεν κουράστηκες; Εδώ είναι αστικό, δεν είναι παιδική χαρά!» Σιωπή. Ο μικρός τον κοίταξε, τον ξανακοίταξε, και γύρισε να καθίσει «ορθόδοξα» στη θέση του. Και το αστικό συνέχιζε την πορεία του. Και η μαμά ήρεμη.

Λιγάκι αργότερα, ο κόσμος είχε αρχίσει να αραιώνει, ο μικρός άρχισε πάλι τα ίδια: πάνω, κάτω, δεξιά, αριστερά. Πιο έντονα και με πιο πολύ ζήλο τη φορά αυτή. Ο κύριος τον αγριοκοίταξε και του είπε: «Καλά, βλέπεις κανέναν άλλο εδώ μέσα να κάνει έτσι; Μόνο εσύ δεν κάθεσαι ήσυχα!» Και ο μικρός, με ένα βλέμμα υπεροχής και υπερηφάνειας απάντησε: «Και ‘μενα τι με νοιάζει άμα δεν κάνουν οι άλλοι; Εγώ θέλω και κάνω. Και άμα θες κάνε και εσύ!». «Κόκκαλο» εκείνος, «κόκκαλο» και εγώ, ήρεμη η μαμά. Και ο μικρός πάνω – κάτω και πάνω – κάτω.

Το αστικό προχώρησε και ο κύριος κατέβηκε σε μία στάση. Σιγά – σιγά πιάστηκε απ’ το διπλανό κάθισμα, πάτησε επίμονα το κουμπί (άνθρωποι του Θεού, με τη μία «πιάνει», δε χρειάζεται και δεύτερη) και κατέβηκε αργά τα σκαλιά. Στο πεζοδρόμιο έβαλε βιαστικά το χέρι στην τσέπη, έβγαλε ένα τσιγάρο και άρχισε να φουμάρει μέχρι που χάθηκε πίσω από κάποιο περίπτερο.

Στην επόμενη στάση κατέβηκε και η μαμά με τα παιδιά. Ο μικρός εκτινάχτηκε, όρμησε προς την πόρτα, με μία δρασκελιά προσγειώθηκε στο πεζοδρόμιο και άρχισε να τρέχει προς την άκρη του τετραγώνου. Και το λεωφορείο συνέχισε και τον έχασα από τα μάτια μου.

Κάθισα στη θέση που προηγουμένως καθόταν η μαμά και έμεινα να αναρωτιέμαι. Τι είχε πει ο μικρός; «Κι άμα θες, κάνε και εσύ.» Αλαζονικά νέος και ζωντανός απάντησε στη «σοβαρότητα» και την ωριμότητα που σου προσδίδουν οι ηλικίες που αρχίζουν από έξι. Κι άμα θες και εσύ κάνε. Κάνε. Ό,τι θες. Κάνε τώρα ή μετά. Αλλά κάνε. Μια μέρα θα μάθει και ο μικρός ότι ο «μεγάλος» θα’ θελε (αχ, πόσο θα’ θελε!) να «κάνει» αλλά ή δε μπορεί πια, ή δε θέλει. Ή ίσως ποτέ να μην έκανε. Ίσως ποτέ να μην ήθελε. Αλλά, ακόμα κι αν έκανε, τώρα πια δε θυμάται.

Με γέμισε ελπίδα το παιδάκι αυτό. Στην ηλικία του κι εγώ «έκανα». Αλλά το καλύτερο είναι ότι ακόμα «κάνω». Γιατί θέλω. Και τι πειράζει που δεν θέλουν οι άλλοι; Είναι μια όμορφη Κυριακή στη Θεσσαλονίκη κι αυτός ο ήλιος όλα τα επιτρέπει – αυτός ο Μάης φωνάζει «Κάνε!». Κάνω γιατί θέλω, γιατί το είπε και ο μικρός και εγώ τον πιστεύω – δε μπορώ να κάνω κι αλλιώς! Κάνω και δε με νοιάζει ακόμα κι αν τους ενοχλώ έτσι όπως ανήσυχα κουνιέμαι στην θέση, στην τελική, αν τόσο πολύ τσαντίζονται, ας πάρουνε ταξί…


Ευτυχώς που υπάρχει και η R. και ανανεώνεται το blog μου. Τις εικόνες τις βρήκα μετά από ψάξιμο στο google εδώ και εδώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: