Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

Η μαγεία της Ν.Υόρκης τη δεκαετία του '70

Γκαρθ Ρισκ Χάλμπεργκ
Πόλη στις Φλόγες
μτφρ: Γιώργος Κυριαζής
εκδ. Κέδρος, σελ. 1040








Η «Πόλη στις φλόγες», το πρώτο μυθιστόρημα του Γκαρθ Ρισκ Χάλμπεργκ, είχε αρχίσει να συζητείται καιρό πριν κυκλοφορήσει τον περασμένο Οκτώβριο. Ο όγκος του είναι εντυπωσιακός, αλλά όχι πρωτόγνωρος.

Τα δύο εκατομμύρια δολάρια που φέρεται να δόθηκαν από τον εκδοτικό οίκο Knopf για να εξασφαλίσουν το βιβλίο, έπειτα από πλειστηριασμό με άλλους εκδοτικούς οίκους, όμως, είναι.


Μετά την Rachel Kushner και τα «Φλογοβόλα» της (Ικαρος, 2015), και ο Χάλμπεργκ έρχεται τώρα να τοποθετήσει την κύρια δράση του μυθιστορήματός του στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ’70. Ενας από τους λόγους αυτής της επιλογής μπορεί να αναζητηθεί στο άρθρο της Zadie Smith, «Find Your Beach» (NYRB, 23/10/14). Περιγράφοντας τη ζωή της στη Νέα Υόρκη, η συγγραφέας καταλήγει ότι το κόστος ζωής δεν επιτρέπει πια στους underground καλλιτέχνες να ζουν στο Μανχάταν. Σήμερα έχουν μετακομίσει όλοι στο Μπρούκλιν. Το Μανχάταν τους ανήκε όμως ακόμη στη δεκαετία του ’70. Ενα Μανχάταν αρκετά διαφορετικό από το σημερινό, με επικίνδυνες συνοικίες, χρήστες και εμπόρους ναρκωτικών, πόρνες, κλέφτες και συμμορίες. Εκεί οι καλλιτέχνες έβρισκαν τον ζωτικό τους χώρο σε εγκαταλελειμμένα εργοστάσια που είχαν μετατραπεί σε φτηνά διαμερίσματα.


Σε ένα τέτοιο διαμέρισμα ζει ο Γουίλιαμ, γόνος μεγιστάνων που απαρνήθηκε την οικογένειά του για να ασχοληθεί με τη ζωγραφική και την πανκ μουσική, και ο σύντροφός του, Μέρσερ, ο οποίος ήρθε στη Νέα Υόρκη από τον Νότο για να γράψει το δικό του «Μεγάλο Αμερικανικό Μυθιστόρημα». Κοντά τους, ξεχωρίζουμε και τη Σαμ, που υποτίθεται ότι σπουδάζει αλλά στην πραγματικότητα πραγματοποιεί το όνειρό της για μια «πανκ» καθημερινότητα, παρέα με τον Τσάρλι, φίλο από την παλιά της γειτονιά στα βόρεια της πολιτείας της Νέας Υόρκης. Οι δύο φίλοι γίνονται μέλη μιας αναρχικής οργάνωσης που πραγματοποιεί εμπρηστικές επιθέσεις, τα μέλη της οποίας αυτοαποκαλούνται «μετανθρωπιστές». Ηγέτης τους και ιδεολογικός καθοδηγητής, ο μυστηριώδης Νίκι Χάος, πρώην μέλος του συγκροτήματος του Γουίλιαμ. Την ίδια στιγμή, η αδερφή του Γουίλιαμ με τον σύζυγό της βρίσκονται φαινομενικά μακριά από τη σφαίρα επιρροής όλων αυτών. Εργάζονται σε μεγάλες εταιρείες και ζουν με τα δύο παιδιά τους σε μια καλή και ήρεμη συνοικία.


Η απόπειρα δολοφονίας της Σαμ το βράδυ της Πρωτοχρονιάς του 1977, φέρνει κοντά το ετερόκλητο αυτό πλήθος. Η αναζήτηση του δολοφόνου δίνει στο βιβλίο του Χάλμπεργκ μια αχλή αστυνομικού μυθιστορήματος, καθώς η αγωνία για την ταυτότητα και τα κίνητρα του δράστη εξάπτουν την περιέργεια του αναγνώστη.


Οι ζωές των ηρώων
  
Ο Χάλμπεργκ υφαίνει μαεστρικά έναν μυθιστορηματικό ιστό ο οποίος, μέσα από φιλικές, ερωτικές –παράνομες και μη- και ανταγωνιστικές σχέσεις, συνενώνει τις ζωές όλων των χαρακτήρων. Η καθημερινότητα των ηρώων χτίζεται μεθοδικά σε πολλά, μικρά σε έκταση, κεφάλαια. Φλας μπακ, τοποθετημένα σε στρατηγικά σημεία, δίνουν απαντήσεις σε πολλά ερωτήματα, αλλά γεννούν συνεχώς και νέα. Κοινό χαρακτηριστικό των περισσότερων ηρώων είναι η απουσία του προστατευτικού διχτυού της οικογένειας, τη στιγμή που το χρειάστηκαν. Και αυτή η πόλη, ανοιχτή και φιλόξενη, χωνευτήρι κάθε νέας ιδέας, καλλιτεχνικής τάσης και κινήματος, γίνεται το καταφύγιό τους.
 
Με την απόπειρα δολοφονίας της Σαμ, ασχολούνται δύο περιφερειακοί, αλλά σημαντικοί χαρακτήρες. Ενας αστυνομικός με κινητικά προβλήματα στα πρόθυρα της συνταξιοδότησης και ο Ρίτσαρντ, ένας αλκοολικός δημοσιογράφος που δουλεύει ένα άρθρο αφιερωμένο στον -κατασκευαστή πυροτεχνημάτων- πατέρα της Σαμ, αλλά καταλήγει να γράφει για την απόπειρα δολοφονίας της κόρης του.

Η αναπαράσταση της Νέας Υόρκης ως «μυστικής πόλης» γίνεται με τρόπο αριστοτεχνικό από τον Χάλμπεργκ. Η ενδελεχής έρευνά του αποτυπώνεται σε αναπάντεχες αναφορές, όπως εκείνη της υπογραφής του «ΤΑΚΙ-183», του Ελληνοαμερικανού πατέρα του γκράφιτι, στο παράθυρο ενός τρένου. Ωστόσο, δεν γράφει με τη ματιά του ιστορικού, αλλά ως άνθρωπος της γενιάς μας που μαγεύεται από την ατμόσφαιρα και το πολιτιστικό τοπίο της εποχής με την ίδια ένταση που μαγεύονται και οι ήρωές του. Εξάλλου, οι καλλιτέχνες, οι ιδέες και τα μουσικά ρεύματα που μεσουρανούσαν 35 χρόνια πριν, εξακολουθούν να επηρεάζουν τη ζωή μας ακόμα και σήμερα. Για παράδειγμα, το είδωλο του Τσάρλι είναι ο Ζίγκι Στάρνταστ, το τότε μουσικό άλτερ έγκο του Ντέιβιντ Μπόουι, ενώ ο Ρίτσαρντ που γράφει το ρεπορτάζ του στα πρότυπα της «Νέας Δημοσιογραφίας», θα έβλεπε σήμερα το κείμενό του σε ένα ειδικά διαμορφωμένο τμήμα της ιστοσελίδας ενός περιοδικού με τίτλο «Longreads».


Ενα από τα μεγαλύτερα χαρίσματα του Χάλμπεργκ είναι η άνεση με την οποία μεταφέρει στον αναγνώστη τις σκέψεις και τα συναισθήματα των ηρώων του. Πολλές φορές η φωνή του τους υπερσκελίζει, αλλά κάθε σελίδα είναι τόσο δουλεμένη που τελικά του το συγχωρείς. Αλλες φορές, οι δύο φωνές ταυτίζονται, όπως στην πρόθεση του Γουίλιαμ να αναπαραστήσει ολόκληρη την πόλη με μια σειρά έργων τέχνης – το ίδιο που προσπαθεί να κάνει και ο Χάλμπεργκ με αυτό το μυθιστόρημα, επιτυγχάνοντάς το εντυπωσιακά.


Το μπλακ άουτ στις 13-7-1977  

Κορυφαία αφηγηματική στιγμή είναι αδιαμφισβήτητα η περιγραφή του μπλακ άουτ της 13ης Ιουλίου 1977. Μέσα σε 150 σελίδες ο Χάλμπεργκ περιγράφει την οριακή αυτή κατάσταση για την πόλη, μέσω μιας ονειρικής περιδιάβασης στα σημεία που είναι διασκορπισμένοι οι ήρωές του στο σκοτεινό Μανχάταν, εν μέσω ληστειών, ταραχών και καταστροφών. Εντυπωσιακά όμως είναι και τα ιντερλούδια, τα μόνα κομμάτια που διακόπτουν τη στρωτή και πυκνή του πρόζα. Παραθέτοντας αυτούσια μια σειρά από έγγραφα που αναφέρονται στην κυρίως αφήγηση -γράμματα, e-mail, το άρθρο του Ρίτσαρντ, το φανζίν που εξέδιδε η Σαμ-, ο συγγραφέας δίνει συμπυκνωμένες πληροφορίες για τους ήρωές του, χτίζοντας ακόμα πιο γερά τα θεμέλια της ιστορίας του.

Ο θόρυβος που δημιουργήθηκε πριν από την έκδοση του μυθιστορήματος δημιούργησε κάποια επιφυλακτικότητα (ακόμα και αρνητική προδιάθεση) για τη λογοτεχνική του αξία. Υπήρξαν και πολλές «ανίερες» συγκρίσεις με βιβλία όπως ο «Υπόγειος Κόσμος» του ΝτεΛίλο, ένας συγγραφέας που ο Χάλμπεργκ θαυμάζει. Εκπεφρασμένη φιλοδοξία του, άλλωστε, ήταν να δουλέψει την «Πόλη στις φλόγες» σε τέτοιο βαθμό που θα του επέτρεπε σε σαράντα χρόνια από τώρα να θεωρηθεί και αυτός «ΝτεΛίλο». Κρίνοντας από το αποτέλεσμα, μπορεί τελικά να τα καταφέρει και αρκετά νωρίτερα.


Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, Τέχνες και Γράμματα, 31.01.2016

Δεν υπάρχουν σχόλια: